Τετάρτη, 04 Νοεμβρίου 2009

Οι Θλιμμένοι Τροπικοί


Claude Levi-Strauss 1908-2009


Οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις ενός ταξιδιού που μόλις τέλειωσε.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Το καταραμένο πλεόνασμα

Η αφετηριακή διαπίστωση του Zygmount Bauman στους Ρευστούς καιρούς του, είναι ότι η ρευστότητα της σύγχρονης κατάστασης δεν μπορεί να πλαισιώσει τον άνθρωπο και να διαμορφώσει το βίο του. Το αδύναμο ίχνος μιας μορφής διαλύεται μέσα στο ήδη αναδυόμενο σχήμα της επόμενης. Όλα έτσι τα γεγονότα ανακτούν την αυτοτελή, επεισοδιακή τους πλευρά χωρίς να κατορθώνουν όμως να διαγράψουν την εξελικτική τους πρόοδο. Μια δομική αδιαθεσία που εξαχνώνει τον άνθρωπο και την αδύναμη πλέον κοινωνία του, μια αδύναμη μνήμη που εκφυλίζεται διαρκώς και με αυξανόμενο ρυθμό, μια αδύναμη, εν τέλει, γνώση, που δεν συσσωρεύεται, δεν ωριμάζει, δεν αξιολογείται αλλά που διαρκώς καταναλώνει τις πληροφορίες της. Ο άνθρωπος έτσι δεν συμμορφώνεται στην εδραιωμένη του αλήθεια αλλά στην ευελιξία του, στο α-νόητο σύμπαν των «ελεύθερων επιλογών» του.
Η ασταθής βάση αυτής της σύγχρονης ρευστότητας είναι για τον Bauman η «ανοικτή κοινωνία», διαφορετική από αυτή όμως που περιέγραφε ο Popper, καθώς αυτό που την χαρακτηρίζει δεν είναι η αυτοδιάθεση της όσο η αδιαθεσία της, η απροθυμία της να επανεφεύρει τον εαυτό της. Μια ανοικτότητα που εντοπίζεται στο ανεντόπιστο του τόπου της, στην ατοπία των πληροφοριακών της λεωφόρων που δεν οδηγούν κάπου αλλά διαρκώς απεδαφικοποιούν. Η πόλη, η κουλτούρα της πόλης, συνεχώς αποσύρεται μέσα στην αδιαφάνεια των σημείων της, την αδιαφάνεια μιας παγκοσμιοποιημένης ανοικτότητας που μαζί με την απεδαφικοποίηση επιφέρει και την απανθρωποποίηση του κόσμου, την έκλειψη των οριζόντων του, των «φυσικών του διεξόδων».
Αυτό το σύγχρονο περιβάλλον της ρευστότητας, ρευστότητας της πληροφορίας, του χρήματος, των εξοπλισμών, είναι τελικά το περιβάλλον της σύγχρονης ανασφάλειας, ενός μετανεωτερικού φόβου. Με την καίρια όμως επισήμανση του Bauman ότι αυτός ο φόβος δεν εδράζεται στο «υπαρξιακό ρίγος», στην «αυθεντική αγωνία», αλλά είναι τελικά ένας φόβος ανοίκειος, μια συστημική απλώς εκτροπή. Ένα απάνθρωπο τραύμα που δεν έχει να κάνει με την «ανθρώπινη κατάσταση» αλλά με τεχνητές αγωνίες και ανασφάλειες. Μια «σκοτεινή ψευδαίσθηση» που υπηρετεί την ασφάλεια του συστήματος, την περαιτέρω εδραίωση της κυριαρχίας του. Το σύγχρονο φάντασμα της τρομοκρατίας, γιατί περί αυτού πρόκειται, δεν ανιχνεύθηκε στη σκόνη των καταρρέοντων πύργων του Μανχάταν αλλά εδραιώθηκε με την επ’ άπειρων τηλεοπτική τους αναπαράσταση, με αυτή την εικονική τους αποθέωση. Οι σκέψεις εδώ του Baudrillard είναι αξεπέραστες.
Το κύριο χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι για τον Bauman, η υπερπαραγωγή απορριμμάτων, βιομηχανικών, πληροφορικών αλλά όμως και ανθρώπινων. Ένα «πληθυσμιακό πλεόνασμα» που δεν εγγράφεται πουθενά, σε καμιά προοπτική ζωής. Μια απρόσωπη μάζα, απογυμνωμένη από κάθε ταυτότητα, από κάθε εδαφική αναφορά, συνωστισμένη στα σύνορα του νεωτερικού, ερχόμενη απ’ Έξω και οδηγούμενη εκτός του. Ένας περισσευούμενος πληθυσμός που δεν προέρχεται μόνο από τον τρίτο κόσμο αλλά και από το stock των δυτικών μεγαλουπόλεων, που γίνεται το αρνητικό πρότυπο, ό, τι δεν μπορεί να προσαρμοστεί, να αναγνωρισθεί από το σύγχρονο λόγο. Η θέση του δεν μπορεί παρά να είναι ο προσφυγικός καταυλισμός, αυτός ο χώρος ανακύκλωσης των ανθρώπινων απορριμμάτων. Μια ενδιάμεση εδαφικότητα, μια εφήμερη θέση, που παίρνει όλο και περισσότερο το χαρακτήρα μιας «ολικής ζωής». Ο κίνδυνος που εκπέμπει ο πρόσφυγας δεν έχει να κάνει τόσο με την πραγματικότητά του όσο με την ανασφαλή θέση του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου, μια ανασφάλεια που του κληρονόμησε η ατομικοποίησή του. Αυτή η «επικίνδυνη τάξη» των αποκλεισμένων, η μεγαλύτερη απειλή για τον Zizek που έρχεται, διαγράφει ανάγλυφα ολόκληρη την κοινωνικοπολιτική κρίση της εποχής μας. Ένας αποκλεισμός αμετάκλητος, όπως τον χαρακτηρίζει ο Bauman, που σφραγίζει όλη αυτή την κουλτούρα του απορρίμματος και μαζί της ανακύκλωσής του. Σήμερα οι οικονομικοί πρόσφυγες και οι μακροχρόνια άνεργοι, αύριο οι περιβαλλοντικοί πρόσφυγες, ένας ολόκληρος κόσμος, που θα αυξάνει πληθυσμιακά, και θα παγιώνει την θέση του, μια θέση εξαίρεσης, αμηχανίας και ανασφάλειας.
Οι σύγχρονες πόλεις γίνονται το θέατρο αυτού του τραύματος. Τα γκέτο των αποκλεισμένων και τα φρουραρχεία των προαστίων. Δυο ξεχωριστοί βιόκοσμοι που διαμορφώνουν μια νέα, οριακή τοπικότητα, χωρίς καμιά όμως χωρική αναφορά. Οι άνθρωποι των γκέτο είναι ξεριζωμένοι και αδιάφοροι και όχι τοπικοί, ντόπιοι, όπως υποστηρίζει ο Bauman, και η τάξη των προαστίων διαρκώς διασυνδεδεμένη παγκοσμίως. Ένα αστικό περιβάλλον που δεν δομείται πάνω στην εγγύτητα, που πάντοτε χαρακτήριζε τον πολιτισμό των πόλεων, αλλά την απομάκρυνση και περιχαράκωση. Πόλεις εγκλείστων σε «απαγορευτικούς χώρους» που διαρκώς όμως θα επανασχεδιάζονται, θα μετατίθενται, και θα επανασυγκροτούνται σ’ αυτή τη μεγάλη δωρεά της εγγύτητας με τον Άλλον. Η ρευστή νεωτερικότητα που ανταγωνίζεται τα τοπικά νοήματα και η διασύνδεση τον κοινό βίο, αυτή η ιστορία των πόλεων. Ο Bauman αγαπά τις πόλεις, αγαπά την αγέρωχη αμφισημία τους, την ποικιλία των ερεθισμάτων τους, είναι από τους πιο μητροπολιτικούς στοχαστές. Γι αυτό και απέναντι στον φόβο του ξένου προτείνει τη γοητεία της συνάντησης, αυτόν τον «συγκερασμό των οριζόντων». Οι πόλεις άλλωστε πάντα ήταν οι πόλεις των ξένων, ο τόπος του ανοίκειου. Άλλες εποχές αυτό εξέπεμπε μια γοητεία και άλλες, όπως η σημερινή, ανασφάλεια και φόβο. «Μια αμφίσημη εμπειρία» η πόλη, όπως λέει ο Bauman, μια αμφισημία που χαρακτηρίζει γενικότερα τον αστικό βίο, το αστικό περιβάλλον, και που το καθιστούσε τον τόπο μιας διαρκούς εγρήγορσης.
Ο σημερινός κόσμος είναι για τον Bauman το σύγχρονο περιβάλλον της απογοήτευσης. Μια απογοήτευση που κατακλύζει όλα τα σύνορα του βίου ακόμη κι αυτά τα σύνορα της σκέψης. Ο Bauman αδυνατεί στις απαντήσεις του. Ενώ διατρανώνει την πίστη του στην ουτοπική σκέψη ταυτόχρονα παίρνει και τις αποστάσεις του. Οι διαπιστώσεις του πάνω στον σύγχρονο κόσμο είναι καίριες οι προτάσεις του όμως αδιόρατες, απούσες σχεδόν. Ένας λόγος που μοιάζει αβέβαιος στην έκβαση του, αδύναμος μέσα στον μετεωρισμό των λογοτεχνικών του αναφορών. Ένα αδιέξοδο που ξεπερνά όμως την περίπτωση του Bauman και γίνεται το αδιέξοδο ολόκληρης της εποχής μας, αυτό το αδιέξοδο και της σύγχρονης σκέψης. Αντιγράφοντας τον Calvino απ’ τις «Αόρατες πόλεις» ο Bauman σκανδαλωδώς προτείνει μόνον αυτό: «Να προσπαθήσουμε να μάθουμε και να αναγνωρίσουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο». Ίσως όμως, ακόμη και αυτό το λίγο στις μέρες μας, να είναι ήδη πολύ.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Τα γράμματα της Ντόρας

Τα γράμματα βρίσκονταν πάντα εκεί, μέσα στο γιαπωνέζικο τσίγκινο κουτάκι τους, το σφραγισμένο με βουλοκέρι, στην εντοιχισμένη ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας, κάτω από στοίβες παλαιών βιβλίων, με κιτρινισμένα φύλλα και φθαρμένες ράχες. Δεν μιλούσε γι αυτά αλλά δεν ήταν και κανένα μυστικό. Ήταν γνωστή η σχέση του με κάποια Ντόρα, πολλά χρόνια πριν τον πρώτο του γάμο. Όταν το κουτάκι ανοίχθηκε ο Φώτης είχε ήδη φύγει. Πήρα τα γράμματα στην Αθήνα, δεν μπορούσα να τα διαβάσω αμέσως, έπρεπε να περάσει λίγος χρόνος, λίγος ακόμη, τα γράμματα ήξεραν να περιμένουν. Θαύμαζα μόνο τον γραφικό τους χαρακτήρα, τη συχνότητά τους, τα γραμματόσημα της εποχής με τις βασιλικές σφραγίδες, την αποφορά τους, γράμματα όλα μιας γυναίκας, που αγαπούσε πολύ. Ύστερα ήρθαν και τα κιτρινισμένα τους φύλλα, τα αποξηραμένα πέταλα που χαν φωλιάσει στις διπλωμένες σελίδες, τα ίχνη από κραγιόν που διέγραφαν δυο χείλη, τα πολλά λόγια, λόγια που γέμιζαν σελίδες, πολλές σελίδες σε κάθε φάκελο. Δεν υπήρχαν τα λόγια του Φώτη, πως άλλωστε; Μόνο τα γράμματα της Ντόρας, που έπαιρναν τη θέση τους σ’ αυτό το κουτάκι που του χε στείλει η ίδια για να φυλάσσει την αλληλογραφία τους.
Όταν άρχισα να διαβάζω τα γράμματα ήξερα λίγα πράγματα για την Ντόρα, μόνο ότι ήταν γιατρός, διορισμένη στα μέσα του 50 στην Άμφισσα, μια ιδιόμορφη προσωπικότητα, αντικομφορμιστική, και ότι η σχέση της με το Φώτη υπήρξε τρικυμιώδης. Διαβάζοντας τα δεν έμαθα και περισσότερα, η ερωτική αλληλογραφία δεν πληροφορεί, απλώς μιλά, μιλά σε αυτόν που δεν μιλά, που κρύβεται μέσα στους αδύναμους αντικατοπτρισμούς του. Τον Φεβρουάριο του 57 η Ντόρα φεύγει από την Άμφισσα γιατί διορίζεται στα Τρίκαλα. Δεν πηγαίνει όμως αμέσως αλλά μένει για λίγες μέρες στο πατρικό της στην Αθήνα, απ’ όπου και τα πρώτα της γράμματα προς τον Φώτη. Οι επιστολές αυτές στέλνονταν ταχυδρομικά αλλά και με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, έμπαιναν μέσα σ’ ένα βιβλίο, σ’ ένα μικρό δεματάκι και με το τελευταίο δρομολόγιο έστελναν και το δεύτερο γράμμα τους. Ήθελε να πληροφορεί στο Φώτη την κάθε στιγμή της, να τον κάνει κοινωνό της καθημερινότητα της. Το μόνο όμως που κατορθώνει είναι να εκθέτει το πάθος της, αυτό που τελικά δεν πληροφορείται. Είναι τόσο έντονος ο τόνος των συναισθημάτων της που διασαλεύει κάθε δυνατότητα δομής, κάθε συνθήκη οργάνωσης. Γίνεται έτσι μια αφόρητη γλώσσα, αυτή η γλώσσα της αναμονής. Η αλληλογραφία τους θα διαρκέσει έναν ολόκληρο χρόνο. Θα του μιλά σχεδόν καθημερινά, παράφορα, όπως κάθε ερωτευμένος. Θα ξενυχτά γράφοντας, «έγινε ολόκληρη η ζωή μου μια συνεχής πέννα που γράφει», θα θυμάται, τα χρόνια που πέρασαν μαζί, τις τρυφερές τους στιγμές, τις εντάσεις, τη συμφιλίωση που ακολουθούσε, το τοπίο του ελαιώνα, τα σοκάκια της πόλης. Ο Φώτης θα σιωπά. Πως αλλιώς

Αθήνα Παρασκευή ώρα 10 το πρωί 8/2/57
Σε κάποια ακρογιαλιά
Αγάπη μου είμαι κοντά σου και σου δίνω τη ζωή μου. Ξέρω πως δεν είμαι μόνο εγώ που δίνω. Δίνω την ελευθερία μου σε σένα για να πάρω τη δική σου. Αυτό είναι. Συχνά αισθανόμαστε την
ανάγκη της υποταγής από την αγάπη που είναι μια βαθύτατη ανθρώπινη ανάγκη, εθελοδουλίας από μια πρόνοια αυτασφάλειας. Αγάπη μου με κοροϊδεύεις που φιλοσοφώ; Όχι είμαι σε ήρεμο περιβάλλον και έχω τον καιρό να σκεφθώ και να γράψω, βλέπω αυτή τη στιγμή τη ζωή από τη δική μου σκοπιά, όπως ακριβώς τη νοιώθω. Με ακριβοζυγιζμένη, έντονη και ανίκητη θέληση.
Κανέναν δεν θα θελα να δω τώρα παρά μόνο εσένα στον ελαι
ώνα.
Πολλές φορές, ομολογώ, σε δοκίμασα σιωπηλά αν έχεις δυνατά φτερά ν ανέβεις στους αιθέρες που είναι σκορπισμένη η αγάπη μας και είδα ότι έχεις. Η κατανόηση του άλλου είναι το πιο κοντινό μονοπάτι που φέρνει από την ανοχή στη δημιουργική αγάπη. Μη λυγίσεις λοιπόν σαν μίσχος λεπτού λουλουδιού στην ανεμοζάλη ταλαντευόμενος από το άστατο κύμα της αμφιβολίας. Πάντα σ αγαπώ και σε λατρεύω. Τίποτε για μένα δεν άλλαξε. Όχι δεν θα πηδήσω στον επίλογο του γράμματος αυτού, θα φλυαρήσω ακόμη λίγο αρκεί να μην σε κουράσω. Νομίζεις ότι θα μας επηρεάσει η άμπωτης και η παλίρροια η αδιάκοπη του χρόνου που συνήθως δεν αφήνει και τίποτε ακέραιο; Όχι γιατί αυτό συμβαίνει μον
ό στα ψεύτικα γεγονότα. Για τα αληθινά ποτέ.
Είναι θαύμα στην ακρογιαλιά αυτή. Βλέπω τον αχνό της ορίζοντα και σκέφτομαι μόνο εσένα. Παρά θιν αλός. Εκεί που οι αρχαίοι επικοινωνούσαν με τους νεκρούς τους. Δυο νεκροί και μεις σ α
υτή τη δίνη της μελαγχολίας. Ο Σαρωνικός στέλνει τα ραπίσματα του σε κάτι κοκέτικα πεύκα που βάλθηκαν να ανεμίζουν με νωχέλεια.
Φαντάζομαι ν ακούω τη φωνή σου σαν χάδι αλαφροκύλιστο
στη θορυβημένη μου ψυχή και να νοιώθω καλά τον εαυτό μου.
Επικίνδυνη σκόπελος μα την αλήθεια οι αμφιβολίες που ρίχνουν φράγμα καπνού στην αγάπη μας. Μακριά λοιπόν από αμφιβολίες. Πάντα σ αγαπώ. Η πραγματική λατρεία συνίσταται όχι στο να προσφέρει κανείς άνθη και δώρα καθώς και άλλα υλικά πράγματα, αλλά να ακολουθεί τον ίδιο δρόμο που ακολουθεί και εκείνος που αγαπάς.
Πρόσεχε την υγεία των φίλων σου. Τι ευσεβής αποστροφή. Όλοι είναι θαμπωμένοι απ τη λάμψη του ίδιου του σκότους.
Απάντησε μου αγαπούλα μου για τη Λαμία τη Κυριακή.
Πάντα μαζί σου

Ντόρα

Υγ.
Ένα γράμμα προς όσους σε ρωτούν για μένα, γιατί αυτοί νο
μίζω είναι πιο ειλικρινείς από τους άλλους.
Αγαπητοί μου.
Όλοι έχουμε τις καταπληκτικές μας στιγμές μα είναι και τόσες άλλες που κυλούν δίχως τον έλεγχο του ρολογιού στην αιωνιότητα. Σήμερα σκεπασμένη εγώ με αυτή την πανοπλία της ωριμότητας, άφησα πίσω μου φεύγοντας ένα κύμα συγκίνησης και προσδοκίας. Θέλω νοερά να ξαναγυρίσω πίσω να ξαναζήσω τις στιγμές πο
υ έχουν φύγει, όλα όσα δυνατά ζήσαμε μαζί. Μα για μια στιγμή συνέρχομαι και καταλαβαίνω ότι και αν γίνει αυτό, η στιγμή δεν θα ναι ποτέ η ίδια που διέγραψε ο χρόνος. Η μνήμη μου αυτή τη στιγμή σμίγει σαν γεφύρι και αναπαριστάνει όλα όσα έπραξα στο διάστημα των 2 ετών εκεί, μαζί σας.
Είμαστε ένα καράβι που πλέει πάνω σ’ αυτά τα ανήμερα νε
ρά. Ένας είναι ο σκοπός μας:
ΝΑ ΝΑΥΑΓΗΣΟΜΕ.
Ντόρα
Μ’ αρέσει ο μελοδραματισμός της Ντόρας, το γράμμα της απ’ την ακρογιαλιά. Όλες οι εικόνες της έχουν κάτι από το αχνό φως αυτού του ορίζοντα, του ορίζοντα του θανάτου. Θα ναυαγήσουμε Ντόρα, ναι, όλοι, σ’ αυτά τα νερά.
Η Ντόρα πρέπει να έφυγε παρεξηγημένη από
την Άμφισσα, συνεχώς θα ζητά απ’ τον Φώτη να μην πιστεύει στις φήμες, να χει εμπιστοσύνη στην ηθική της ακεραιότητα. Οι άλλοι. Οι άλλοι ούτως η άλλως δεν υπάρχουν, ο ερωτευμένος ζει στον δικό του μοναχικό κόσμο, στη no mans land του πάθους του. Οι άλλοι θα ναι πάντα το εμπόδιο, αυτοί που θα μας επιστρέφουν στο κόσμο, που θα μας χωρίζουν από το αγαπημένο μας πρόσωπο, από το φετιχιστικό μας περιβάλλον. Ο ερωτευμένος γίνεται έτσι το περισσευούμενο πρόσωπο, αυτό που εξέχει απ’ την κοινωνία των ανθρώπων, και γι αυτό το λόγο πρέπει να διαβληθεί. Στην επαρχιακή κοινωνία της Άμφισσας του 50 αυτό δεν θα’ ταν και ιδιαίτερα δύσκολο.
Η Ντόρα παρόλα αυτά μένει προσηλωμένη στο τοπίο της πόλης, σ’ αυτόν τον τόπο του Άλλου. Η εικόνα του ελαιώνα θα γίνει
πλέον το κάδρο της δικής της μοναξιάς. Το ξέρω αυτό το κάδρο, η Ντόρα θα με κάνει να τα’ αγαπήσω πιο πολύ.

Τρίτη βράδυ ώρα 6
Λαχτάρα μου παντοτινή, σε λατρεύω.
Να που οδηγεί λοιπόν η δύναμη του ανθρώπου, αυτή η φθοροποιός. Να φτιάχνει τα τηλέφωνα και αυτά αντί να εξυπηρετούν, αντί να συνδέουν, να γκρεμίζουν. Καλά, πολύ καλά αν εσύ θεώρησ
ες το τηλεφώνημα του Σαββάτου τόσο κρύο όπως το αποκάλεσες στο σημερινό σου γράμμα, μάθε ότι εγώ αναζητούσα με συγκίνηση και λαχτάρα μέσα από το σύρμα τη ζεστή σου φωνή και βάδιζα σαν υπνοβάτισσα χαμένη όταν άκουσα τόσο σκληρά να μου λες ότι βαρέθηκες κάθε βδομάδα να πηγαίνεις στο τηλέφωνο και ότι θα ήταν καλύτερα να το κάναμε κάθε 15 μέρες. Η φωνή μου κόπηκε πραγματικά από ένα λυγμό που δεν μπορούσα να κυριαρχήσω έτσι που μια κυρία άγνωστη βλέποντας με εκεί που περίμενε να επικοινωνήσει με τη Δράμα με ρώτησε γιατί φεύγω δακρυσμένη και αν θέλω κάποια βοήθεια. Αν ήσουν πιο προσεκτικός τη στιγμή που σου μιλούσα θα έβλεπες ότι η φωνή μου ήταν οιμωγή ανθρώπου. Πονούσα πραγματικά από απογοήτευση που ενώ εγώ περίμενα άρρωστη με πονόλαιμο και πονοκέφαλο από αυτή την απαίσια υγρασία εδώ από τις 8 στο τηλεφωνείο, εσένα η πρώτη σου κουβέντα ήταν ότι βαρέθηκες να έρχεσαι κάθε Σάββατο. Δεν πειράζει αγάπη μου, η σκέψη σου και η γνώμη σου για μένα είναι φαίνεται πολύ εσφαλμένη. Πάντα με θεωρείς ένα εφήμερο ταξιδευτή στο δρόμο της ζωής σου. Η σκέψη μου στις αβάσιμες υποθέσεις σου είναι μια βροχή που ξεσπά γύρω σου, σύριζα, κολλά πάνω σου, ζητώντας λίγη προστασία, να συναρμολογήσει με δέος και αγάπη και το τελευταίο λείψανο της θρυμματισμένης σου πίστης στην αγάπη μου. Μη προσφέρεις αγάπη μου με τόση φτήνια τη σάρκα μου στα νύχια εκείνου του αγριμιού που λέγεται αμφιβολία. Ένα σωρό γράμματα και όλα ξεχειλίζουν από το ίδιο αίσθημα που τρέφω για σένα. Δεν αντέχω άλλο να με βασανίζεις με λόγια σκληρά. Ρώτησε καλά τον εαυτό σου αν αξίζω αυτή τη κατηγορία, για τη συνοδεία μου στο τηλεφωνείο. Έχεις το δικαίωμα να αποφασίσεις μόνος σου. Εγώ δεν έχω πια τη δύναμη να αντισταθώ ή να απολογηθώ, διότι δεν με πιστεύεις σε τίποτε.
Σου γράφω 5-6 γράμματα τη βδομάδα, προσπαθώ να ομορφύνω όσο μπορώ παραστατικά το περιεχόμενό τους, εξιστορώντας με ειλικρίνεια τη βαλτώδη εδώ ζωή μου αλλά και τα όνειρα διαφυγής που τρέφω για μια κοινή μας ζωή. Και εσύ πάντα μου απαντάς με ένα ολιγόλογο γράμμα τις περισσότερες φορές γεμάτο αμφιβολίες για την πίστη μου.
Ήρθα το Πάσχα στην Άμφισσα ανέχθηκα καρτερικά όλες τις προσβολές του αδελφού σου, μέσα σε ξένο σπίτι λαμπριάτικα, ούτε τις υπολόγισα, ούτε τις λογαριάζω αρκεί να είμαι δίπλα σου. Δεν με κουράζει ποτέ θησαυρέ μου να έρχομαι κοντά σου πάντα. Έχεις το λόγο της τιμής μου ότι τίποτε εδώ δεν με απασχολεί εκτός από
τη σκέψη σου και τη δουλειά μου. Αρρώστησα σήμερα που πήρα το γράμμα σου. Δεν νοιώθω καλά με τον εαυτό μου. Το κλίμα εδώ επιβαρύνει συνεχώς την υγεία μου. Οι ακτινογραφίες μου έδειξαν μια προχωρημένη αδυνοπάθεια. Αν πάθω τίποτε κακό μην λυπηθείς, οι άνθρωποι που ερωτεύθηκαν μπορούν να αντέξουν το τέλος. Ήταν τυχερό μου να πάθω κι εγώ αυτή την καταραμένη αρρώστια που θερίζει τόση νιότη και να με βασανίζει κάθε βράδυ αυτός ο πυρετός χωρίς τη βοήθεια κανενός δίπλα μου. Φαίνεται πώς είναι από τη μοίρα μου με αυτόν τον αδύνατο οργανισμό που έχω να συντομεύσω γρήγορα τα ρέστα της ζωής μου. Την ώρα που εσύ από την άλλη άκρη του σύρματος έβγαζες την απόφαση ότι είμαι αφηρημένη, ότι είμαι βιαστική, ότι μπορεί και να με περιμένει κάποιος, εμένα που με έπνιγε ο λυγμός και το παράπονο που δεν είχα τη δύναμη να σου εξομολογηθώ καθαρά για τα αποτελέσματα της ακτινογραφίας που τα κρατούσα στα χέρια μου και μόλις τα είχα παραλάβει.
Η εξομολόγησή μου τελειώνει.
Πάντοτε υπήρξα ειλικρινής απέναντί σου, ποτέ δεν σου έκρυψα τίποτε, ποτέ.
Ντόρα


Η φωνή στο τηλέφωνο. Όταν ο άλλος αποσύρεται εσύ συνεχίζεις ν’ ακούς τη φωνή του. Τίποτε άλλο δεν ακούς. Αυτή τη φωνή αναζητούσε η Ντόρα. Έχει δίκιο όταν λέει ότι το τηλέφωνο μαρτυρά την απόσταση και όχι την αμεσότητα του άλλου. Η αναμονή του τηλεφώνου και η ανάμνηση της φωνής.
Όταν η φωνή δεν ακούεται γίνεται ο τόνος της σιωπής. Η Ντόρα αφήνεται στα σκοτάδια της.

Τετάρτη 30/10/57
Θησαυρέ της ζωής μου, σ’ αγαπώ πολύ έστω και με το απομεινάρι της ψυχής μου που βούλιαξε στο βυθό της μοναξιάς και νικήθηκε απ’ τον πόνο και την αρρώστια. Κι αλήθεια, το μόνο σίγουρο σημάδι της ζωής μου είναι η αγάπη μου για σένα που κάθε μέρα δυναμώνει πιο πολύ. Πήρα το γράμμα σου χθες κι είδα τα γεγονότα της ατυχίας της πόλης, μ’ ελύπησε και με στενοχώρησε πολύ. Ένας εσωτερικός δείκτης στη ψυχή μου λέει ότι, παρ’ όλο που δε φταίω, να ζητήσω συγγνώμη από σένα. Αγάπη μου γλυκειά, εξακολουθώ να είμαι στο κρεβάτι. Έστειλαν απ’ το σπίτι απ’ την Αθήνα καθηγητή εδώ για να με παρακολουθήσει, δαπανηρά βέβαια, αλλά δεν πειράζει. Η διάγνωση είναι αλλεργική κολίτις συνέπεια του υγρού κλίματος. Έχω περί τις 16 μέρες τώρα που έπεσα στο κρεβάτι με υψηλό πυρετό και με πολλές αιματηρές κενώσεις. Η εξέτασις των κοπράνων επανειλημμένως δεν απέδειξε τίποτα, ούτε ίχνος παρασίτου. Όσο η μέρα είναι υγρή, αποτόμως με καταλαμβάνει πόνος έντονος, στο υπογάστριο/κοιλιά και με άφθονες κενώσεις καθαρώς αιματηρές που με κανένα φάρμακο και καμιά θεραπευτική αγωγή δεν υποχωρεί. Εδώ βρέχει περί τα 25 μερόνυχτα ακατάπαυστα ψιλή αλλά διαπεραστική βροχή. Όλα είναι βρεμένα και υγρά, ομίχλη συνεχής και δεν βλέπεις τον διπλανό σου, κι όπως λένε οι ντόπιοι, ήλιο θα δούμε τέλη Μάρτη πια. Αυτή η υγρασία με πειράζει πολύ! Δεν είναι όπως λες που βγαίνω έξω και κρυώνω, κρύο ακόμη δεν κάνει, κάνει μια υγρή αποπνικτική ζέστη σαν να σ’ έχουν βάλει σε ατμόλουτρο. Ο καθηγητής μου συνέστησε να πάψω να μένω εδώ, διότι οποιεσδήποτε προφυλάξεις κι αν λάβω, θέρμανση, κ.λ.π. πάλι, δεδομένου ότι επ’ άπειρον δεν θα μένω στο κρεβάτι, μόλις βγω έξω θα με πιάνουν πάλι αρθραλγίες, πονόλαιμος και πόνος στην κοιλιά με κενώσεις αιματηρές. Προς το παρόν είναι αδύνατο να μετακινηθώ, διότι δεν είμαι καλά. Τις γιορτές όμως πρέπει να φύγω τελειωτικά απ’ εδώ, να πάω να νοσηλευτώ στο Νοσοκομείο Αθηνών. Αν το σπίτι στην Άμφισσα θα ‘ναι μέχρι τότε έτοιμο, θα περιμένω να με ειδοποιήσεις να ξεκουβαλήσωμε μαζί κιόλας, αν όμως θα ‘ναι έτοιμο το Γενάρη, εγώ θα κλειδώσω και θ’ ασφαλίσω καλά το εργαστήριο και θα τ’ αφήσω εδώ, κι εγώ θα πάω σπίτι να κοιταχτώ στο Νοσοκομείο, απ’ εκεί θα περιμένω με το πρακτορείο νέα σου, πότε θα ξεκουβαλήσωμε, θα έλθω στην Άμφισσα απ’ την Αθήνα, και μαζί με το φορτηγό θα ‘ρθουμε εδώ με σένα μαζί να πάρουμε τα πράγματα, αλλά μέχρι τότε θα τα ξαναγράψωμε.
Έχω εξαντληθεί πολύ, δεν μπορώ να βάλω τίποτα στο στόμα
μου, συνεχώς υποφέρω. Ο καθηγητής μου είπε ότι είναι πάθησις εντελώς ακίνδυνη αν απομακρυνθώ από την υγρασία, σε λίγες μέρες θα συνέλθω. Αυτό το πάθαινα το χειμώνα και στην Λειβαδιά που είναι υγρό κι εκεί το κλίμα, όχι τόσο όμως όσο παραείναι εδώ. Μου έστειλε το Διοικητ. Συμβούλιο του εδώ Νοσοκομείου πρόταση για να δεχθώ διορισμόν. Με παρακαλούν με προσκλήσεις ν’ αναλάβω εγώ το εργαστήριο του Νοσοκομείου. Άλλοι 2 μικροβιολόγοι είναι εδώ κι ο Νομάρχης και όλο το Συμβούλιο έφαγε τον κόσμο να πάρουν εμένα. Όλος ο κόσμος τρέχει σε μένα για να βρει την υγεία του, έχω αποκτήσει φήμη μέχρι Καρδίτσα και Λάρισα, σε κανένα μέρος της Ελλάδας δε θυμάμαι να είχα αποκτήσει τέτοια επιστημονική φήμη όσο σε 10 μήνες εδώ. Τι να το κάμω αφού ψοφάω στο κρεβάτι; Κανείς εδώ δεν οσφράινεται την αναχώρησή μου. Καλύτερα να είμαι γερή και όλα θα γίνουν έστω και με λιγότερη εργασία. Αυτοί έρχονται σε μένα να γιατρευτούν κι εγώ…συνθηκολογώ με το Χάρο. Γλυκειά μου αγάπη, στο προχθεσινό γράμμα μου εκφράζω πολύ την στενοχώρια μου που δεν έγραψες 10 μέρες. Σκέφτηκα μήπως κανένας παλιάνθρωπος εκεί σε στενοχώρησε με καμιά κατηγορία και συ το πίστεψες και μουτρώθηκες. Μόνο αυτό υποπτευόμουν και πήγα να σκάσω από το κακό μου, που εγώ εδώ ζω μια ζωή υποδειγματική, και αυτοί με κακολογούν. Υπάρχουν εκεί πρόσωπα που συνδυάζουν τις καλές και άμεμπτες κοινωνικές σχέσεις με την περιβόητη ανηθικότητα. Τα παπούτσια τα πήρα αγαπούλα μου, όταν ήλθε χθες ο ταχυδρόμος και μου «’φερε το γράμμα σου, του έδωσα μια εξουσιοδότηση και μου τα ‘φερε αυτός στο σπίτι, επειδή δεν μπορώ να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι. Αγάπη μου, θέλω να μη θυμώνεις και να μη με στενοχωρείς με την βραδύτητα της αλληλογραφίας σου. Δεν ανοίγει κανείς την πόρτα μου, μόνο το δικό σου μήνυμα το γλυκό και αγαπημένο. Μετρώ τις μέρες πότε να ‘ρθουν οι γιορτές να φύγω απ’ εδώ, μου είναι αδύνατο να ξεχειμωνιάσω. Όταν γίνω καλά και φύγω για την Αθήνα όπως σου γράφω παραπάνω, θα περάσω από την Άμφισσα. Ίσως δεν πάω καθόλου πριν στην Αθήνα, αν θα ξεκουβαλήσωμε σύντομα μαζί απ’ εδώ. Θέλω πολύ να μιλήσουμε στο τηλέφωνο μα δεν ξέρω αν μπορώ να σηκωθώ. Πήρα και το χαρτί υπογεγραμμένο. Θέλω να γράφεις ταχτικά και να μη με στενοχωρείς, διότι θα πεθάνω και θα μείνεις μόνος σου. Τότε θα ζητάς να κάνωμε βόλτες στους Αγίους Αποστόλους και μένα θα με σκεπάσει η γη. Είπα κι άλλη φορά πως αν μάθεις ότι πέθανα να ‘ρθεις και να με θάψεις στην Άμφισσα, διότι εκεί έζησα τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου, κι εκεί αγάπησα το καλύτερο παιδί του κόσμου.
Περιμένω γράμμα.

Χίλια Φιλιά
Η Ντόρα σου που σε λατρεύει.
Η Ντόρα ζει με το όνειρο της επιστροφής και της κοινής ζωής με το Φώτη, μ’ αυτή τη χαμένη ολότητα. Μένει ακίνητη σ’ αυτή τη θέση, εγκαταλελειμμένη σ’ αυτό το τοπίο της νοσταλγίας. Θυμάται διαρκώς τις μέρες που περνούσε μαζί του, αφήνεται στο δικό του παρελθόν, καθυστερεί στο παρόν της. Αδιαφορεί πλέον για την επιστήμη της και για τις επαγγελματικές προτάσεις που της γίνονται, αναλαμβάνει τώρα τον μόνο ρόλο που της έχει απομείνει, τον ρόλο της ερωτευμένης γυναίκας. Δεν είναι η υγρασία του θεσσαλικού κάμπου, αλλά η υγρασία του έρωτα που παραλύει το σώμα της και προσβάλλει τα ζωτικά της όργανα. Μια υγρασία που εγκαθιδρύει εν τέλει αυτό το φόβο του θανάτου, τη ίδια την ζωική της απόσυρση. Η Ντόρα ζει στη θλιβερή μονοτονία της απουσίας του. Σηκώνεται από πολύ νωρίς, σχεδόν δεν τρέφεται, στα γράμματα της δεν πληροφορούμαστε τίποτε για την καθημερινή της διατροφή παρά μόνο θυμάται τα τραπέζια με το Φώτη στην Άμφισσα, παραμελεί το ντύσιμο της, δεν συναντά ανθρώπους, ξενυχτά μόνο γράφοντας, ασθενεί. Διαμορφώνει έτσι μόνη της αυτό το πένθιμο σκηνικό του πάθους. Και πάλι οι άλλοι…

22/12/57
Γλυκό φως της ψυχής μου, μοναδική και παντοτινή μου παρηγοριά σε λατρεύω.
Όπως τα γράφεις θησαυρέ μου έτσι θα γίνουν όλα, όπως θέλει το μοναδικό παιδί της καρδιάς μου, θα συναντηθούμε πρωί στο Μπράλλο και θα φύγουμε τ’ απόγευμα. Αγάπη μου, μη μου φέρεις το κουστούμι, δεν θέλω να κουράζεσαι, εγώ θέλω ΕΣΕΝΑ, και όχι τα παληοκουρέλια που ούτε τα υπολογίζω. Εξ’ άλλου σ
την Αθήνα για να πάω στου Γιώργη το σπίτι έχω ρούχα στο σπίτι στην ντουλάπα. Ξέρεις ότι τις παραμονές την εορτήν η συγκοινωνία έχει συνωστισμό πολύ και ο κόσμος έχει πλήθος αποσκευών, είναι μαρτύριο να τα κουβαλάω μαζί μου, αφού βρίσκεται σπίτι σου, μην το κουβαλάς. Καλά είναι εκεί. Εγώ τα θέλω τα ρούχα για την Άμφισσα που θα ‘μια με την αγάπη μου την χρυσή, γιατί στην Αθήνα τις μέρες όλες θα μείνω σπίτι.
Λατρεία μου, για να φθάσω το πρωί με της Λαρίσης στις 6.30’ στο Μπράλλο, θα πρέπει να φύγω στις 12 τη νύχτα από τη Λάρισα που απέχει 1½ ώρα μ’ αυτοκίνητο από Τρίκαλα, διότι ανταπόκριση με την ταχεία Λαρίσης τη νυχτερινή δεν έχουν τα Παληοφάρσαλα-Τρίκαλα.

Αλλά έτσι θα γίνει, θα φύγω απ’ εδώ στις 8 βράδυ την προπαραμονή για την Λάρισα, θα μείνω εκεί μέχρι τις 12 τη νύχτα, κι απ’ εκεί θα πάρω την ταχεία, ώστε την παραμονή το πρωί στις 6.30’ περίπου να είμαι στο Μπράλλο. Δεν μου γράφεις τι έκαμε εκείνος με το σημείωμα, δεν το υπέγραψε; Εγώ εδώ στο σπίτι αυτό εδήλωσα ότι στις 15 Ιανουαρίου θα φύγω._
Αγάπη μου, Τα Χριστούγεννα θα περάσω στο ερημητήρι μου, με τα τραγούδια του ραδιοφώνου συντροφιά, που τα χαρίζω όλα στην αγάπη μου τη παντοτινή.
Χίλια φιλιά
Η Ντόρα σου η παντοτινή που σε λατρεύει

Αγαπημένοι μου, Κα Μαρία, Αργυρούλα, κ.λ.π., ζω κάθε στιγμή κοντά σας και σας αγαπώ.
Εύχομαι όπως οι γιορτές σας βρουν όλους χαρούμενους και γερούς. Αργύρη, αν έχεις φέτος «Χαραλάμπη», θέλω να μου κρατήσεις το τομάρι του να ιδώ τι χρώμα ήταν. Λυπούμαι που δεν μπόρεσα να βγάλω φωτογραφία μαζί του. Θυμάσαι τις φωτογραφίες το Πάσχα;
Κάποτε μαζεύαμε μαζί κυκλάμινα, εκεί κατά τα Σφαγεία και ημέρα Τετάρτη όπως έλεγες. Πόσο θα ‘θελα να ξαναζούσαμε εκείνες τις στιγμές, και είμαι βεβαία ότι θα τις ξαναζήσουμε πάλι όλοι αγαπημένοι.
Σας φιλώ όλους
Η Ντόρα σας


Τα γράμματα σταματούν εδώ. Μαθαίνω ότι η Ντόρα επιστρέφει τελικά στην Άμφισσα, ανοίγει ξανά το ιατρείο της αλλά τίποτε δεν θα ναι το ίδιο στη σχέση της με το Φώτη. Το ήξερε και η ίδια, το είχε πει, το σκηνικό της ευτυχίας δεν ξαναστήνεται ποτέ. Σε λιγότερο από ένα χρόνο εγκαταλείπει οριστικά την Άμφισσα. Στο κουτάκι της αλληλογραφίας υπάρχει μόνον μία καρτ ποστάλ, τρία χρόνια μετά. Η θάλασσα πάλι, αυτή η υγρασία των αναμνήσεων.


Σύρος 5/4/60
Σούρουπο
Θάλασσα, αναμνήσεις πολλές
Αχ βρε Φώτη

Ντόρa.
Αν «κάθε γράμμα φθάνει στο προορισμό του», ο προορισμός αυτών των γραμμάτων είναι η διεύθυνση του αποστολέα. Η Ντόρα μιλά αλλά οι λέξεις της δεν προσκρούουν πουθενά. Είναι όλη μια ακίνητη γλώσσα, μια αδύναμη χειρονομία. Τα γράμματα της Ντόρας αλλά και αυτά του Φώτη αν τα είχαμε, δεν διηγούνται την ερωτική τους ιστορία, οι ερωτικές επιστολές δεν διηγούνται τίποτε, απλώς εκτρέπονται. Είναι λόγοι που αν και προσφωνούν τον άλλον δεν απευθύνονται πουθενά, διατίθενται μόνο, στην τρέλα των στιγμών και στη μαγεία του τίποτα.
Η Ντόρα, δεν είναι μόνη είναι με την αναμονή της, είναι ολόκληρη μέσα σ’ αυτή την χρονική εκκρεμότητα που οργανώνει όλα τα εμφανή της σημεία. Μια ζωική ανορεξία έτοιμη όμως να δεξιωθεί όλα τα σχήματα του Άλλου.
Η Ντόρα είναι μόνη της, δεν ήταν πάντα, είναι όμως τώρα μπροστά στο όνομα του Φώτη. Είναι μόνη μέσα στην απουσία του, στην μη απόκρισή του, στα λιγοστά και σύντομα γράμματα που λαμβάνει απ’ αυτόν. Γίνεται έτσι η μορφή και το όνομα αυτής της απουσίας, η μοναδική καταγραφή της.
Η Ντόρα είναι μόνη της, από τη στιγμή που γνωρίζει το Φώτη, το μαρτυρούνε πολλά, όλες οι δυσκολίες που συναντούν, οι συνεχείς τους καυγάδες, οι παρεξηγήσεις, ο πόλεμος των τρίτων, μα πάνω απ’ όλα το μαρτυρά, η τωρινή του απουσία. Ο έρωτας άλλωστε ήταν πάντα και μόνον αυτό, ένα πένθος για τον άλλον που λείπει.
Η Ντόρα είναι αλλού, είναι υποταγμένη στο τοπίο της Άμφισσας, στον τόπο του άλλου. Ο μόνος τρόπος για να επιζήσει αυτού του ολοκαυτώματος είναι η αλληλογραφία, η επικοινωνία με το όνομα του άλλου. Θέλει αυτό το όνομα συνεχώς να προσφωνεί, πολλές φορές, κατά τη διάρκεια της μέρας. Η γραφή άλλωστε πάντα απευθυνόταν σε φαντάσματα. Η αλληλογραφία τους, που στην πραγματικότητα είναι πάντα τα γράμματα της Ντόρας, ήταν ο μόνος τρόπος που είχε για να διατρέξει αυτή την απουσία του άλλου. Όσο απευθυνόταν σ’ αυτόν τόσο και άκουγε το όνομα του σ’ αυτό το περιβάλλον της μοναξιάς και τόσο αυτό το όνομα ξεμάκρυνε στο δικό του χρόνο. Μια αδιέξοδη χειρονομία πάνω στην α-λήθεια του Άλλου, στη μη λήθη του ονόματος του.
Η μανία της αλληλογραφίας, τρία, τέσσερα γράμματα ημερησίως, είναι η τελετουργία του πένθους, μία απεύθυνση στον απόντα, ακόμα περισσότερο σ’ αυτόν που δεν υπάρχει, που δεν υπήρξε ποτέ. Ο Άλλος δεν αποκρίνεται γιατί δεν είναι πραγματικός. Ο έρωτας δεν καταργεί μόνο τις αποστάσεις, η Ντόρα κάνει το επίπονο ταξίδι Τρίκαλα – Άμφισσα μια, δυο φορές το μήνα, αλλά «καταργεί και τον Άλλον». Αυτή η φασματική του υπόσταση προκαλεί στην Ντόρα μια διαρκής απορία. Ποτέ το πραγματικό ίχνος του Φώτη δεν συνέπιπτε με το φαντασιακό του. Οι αφίξεις του πληγώνουν περισσότερο απ’ τις αναμονές του. Η Ντόρα διαρκώς στα γράμματα της απολογείται στις παρεξηγήσεις του, απωθεί τις άσπλαχνες και άστοχες φράσεις του: «Αν θες ζεστό κλίμα πήγαινε στην Αφρική». Ο Άλλος κι όταν ανταποκρίνεται δεν αποκρίνεται, δεν συγχρονίζεται, δεν συμμερίζεται τίποτε. Είναι ήδη αλλού.
Η Ντόρα όμως πάντα περιμένει. Περιμένει τον ταχυδρόμο, την τηλεφωνική πρόσκληση, την άφιξη του Φώτη, την ημερομηνία της επιστροφής της στην Άμφισσα. Μια αναμονή που ναι σχεδόν πάντα άδοξη, αλλά που εγείρει και ζωοποιεί την εικόνα του άλλου, η άφιξη του, σχεδόν πάντα τη θολώνει. Γι αυτό και η Ντόρα ζητά συνεχώς στα γράμματα της απ το Φώτη να ναι καλός μαζί της όταν θα συναντηθούν, να αποφύγουν τους καυγάδες, να χει πολύ διαθέσιμο χρόνο, να, να, να, μια ολόκληρη σκηνοθεσία άγχους.
Το πάθος είναι απελπισμένο, ο άλλος, το είπαμε, δεν υπάρχει ή έστω είναι απών. Η Ντόρα μένει γυμνή σ’ αυτό το πάθος, δεν αντιστέκεται στις διαταραχές του, εκθέτει και το Φώτη σ’ αυτό το βεβαρυμμένο της φορτίο, όπως και όλα τα γλωσσικά της σημεία, δεν τα λογοκρίνει, δεν τα αποσιωπά, τα εκθέτει, τα οδηγεί και αυτά στις δικές τους ακρότητες: σκισμένες επιστολές, οργίλος γραφικός χαρακτήρας. Τα «θησαυρέ μου» επίσης, τα «σ’ αγαπώ», τα «χίλια φιλιά», τόσα πολλά σε κάθε γράμμα, δεν δηλώνουν μόνο την παραφορά του πάθους αλλά και μια γλωσσική παραφορά. Είναι λέξεις που δεν λένε πολλά, που δεν λένε σχεδόν τίποτε, που κινούνται στα όρια της γλώσσας. Ερωτόλογα που διακονεύουν την αδύνατη απάντηση, τις λέξεις του Άλλου, όχι μόνο τα αισθήματα του. Λέξεις που προκαλούν τις λέξεις, την γλωσσική εμπειρία. Δεν έχουμε όμως τις λέξεις του Φώτη, ίσως αυτές να μην υπήρξαν ποτέ. Μια απουσία που συνέταξε κι’ αυτά τα ίδια τα γράμματα. Όσο πιο απόντας είναι ο άλλος τόσο περισσότερο οργανώνει το γλωσσικό μας είναι. Ο Φώτης είναι το μόνο πραγματικό ίχνος αυτής της αλληλογραφίας και γι αυτό το λόγο θα’ ναι πάντα απών.
Τα γράμματα της Ντόρας καταγράφουν μια ζωική εκτροπή: ο ψυχικός πόνος σωματοποιείται, και όχι μόνο, αγγίζει το θάνατο. Η Ντόρα επικαλείται το θάνατο της, ζητά από τον Φώτη να φανεί γενναίος μπροστά στον ολοκληρωτικό της αφανισμό. Η σκηνή του έρωτα είναι η σκηνή του θανάτου. «Πεθαίνω για σένα», ο άλλος όμως δεν το βλέπει ποτέ.


Τα γράμματα που δημοσιεύονται εδώ είναι ενδεικτικά από ένα σύνολο 80 επιστολών.
Οι σεκάνς που εικονογραφούν το κείμενο είναι από το "Χιροσίμα αγάπη μου".

Πέμπτη, 01 Οκτωβρίου 2009

Η λήθη του κόσμου

«Σε κάποια απόμερη γωνιά του εκχυμένου σε αναρίθμητα λαμπυρίζοντα ηλιακά συστήματα σύμπαντος, υπήρξε μια φορά και έναν καιρό ένα αστέρι, πάνω στο οποίο ευφυή ζώα επινόησαν τη γνώση. Ήταν η πιο υπερφίαλη και η πιο απατηλή στιγμή της «Παγκόσμιας ιστορίας», αλλά ήταν βέβαια μονάχα μια στιγμή. Έπειτα από λιγοστές ανάσες της φύσης, το αστέρι πάγωσε και τα δαιμόνια ζώα έπρεπε να πεθάνουν».
Μ’ αυτόν τον παραβολικό τρόπο επιλέγει να μιλήσει ο
Nietzsche
για την ανθρώπινη γνώση. Μια νατουραλιστική οπτική, έξω από κάθε τελεολογικό και μεταφυσικό ορίζοντα, ακριβώς στην προοπτική της δαρβινικής σκέψης, που αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη γνώση ως ένα μέγεθος απλώς της βιολογικής τάξης. Το ανθρώπινο υποκείμενο, ένα εξελιγμένο προϊόν της φύσης, μια κουκκίδα ζωής εξορισμένη σ’ αυτό το αχανές της συμπαντικής απειρίας, αγωνίζεται να επιβιώσει μέσα στον κόσμο προτάσσοντας, το πιο ισχυρό του όπλο, αυτόν τον εξελιγμένο του εγκέφαλο. Μέσα σ’ αυτή την πολυμορφία του κόσμου η αισθητηριακή αντίληψη του ανθρώπου, μία απλώς μέσα στις τόσες άλλες, δεν είναι παρά η ευφυΐα της παραλλαγής και της παραπλάνησης, των στοιχείων δηλαδή εκείνων που εγκαθιδρύουν την κοσμική μας συμβίωση και υπεροχή. Οι γνωστικές μας αντιλήψεις για τον κόσμο, αυστηρά ανθρωποκεντρικές, δεν γνωρίζουν στην πραγματικότητα τον κόσμο αλλά την σιωπή του, την αδιαφάνεια των σημείων του. Ολόκληρος έτσι ο νοοκεντρισμός της φιλοσοφικής παράδοσης απορρίπτεται από τον φιλόσοφο ως μια ανθρωποκεντρική αυταπάτη. Ο άνθρωπος είναι το ον που κλείνεται στον εαυτό του για να ανοιχθεί στον φιλοτεχνημένο του κόσμο, για να ανασύρει μέσα από το βάθος του είναι του τις επικράτειες των γλωσσικών του διερμηνειών. Ο κόσμος του είναι ο γλωσσικός του κόσμος, ο κόσμος της ζωτικής του ανάγκης. Η γλώσσα έτσι είναι αυτή η συνθήκη που εγείρει την κοινωνική ανάγκη και κανονικοποιεί διαρκώς την πραγματικότητά της. Γι αυτό και η αλήθεια, δεν είναι μια απροϋπόθετη αξία, ένα αποκεκαλυμμένο μυστικό, αλλά αυτός ο σωστός χειρισμός της γλωσσικής σύμβασης προς όφελος της κοινωνίας. Η γλώσσα δεν αληθεύει το «καθ εαυτόν πράγμα» του Καντ, το πραγματικό θα ναι πάντα ασύλληπτο, η γλώσσα απλώς ερεθίζεται από το πραγματικό, εγγράφει το ίχνος του πάνω της. Με μια εγγραφή μάλιστα δεύτερου βαθμού, όπως επισημαίνει ο Nietzsche: «Ένα νευρικό ερέθισμα στην αρχή μεταφερμένο σε μια εικόνα! πρώτη μεταφορά. Η εικόνα πάλι μεταμορφωμένη σε ένα φθόγγο! δεύτερη μεταφορά». Αυτό που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ως αλήθεια του πραγματικού δεν είναι παρά η λήθη του πραγματικού, «ο αινιγματικός άγνωστος Χ του πράγματος καθ εαυτόν», καθιστώντας έτσι τον άνθρωπο ως αυτόν τον «μάρτυρα της φενάκης», την πιο απατηλή συνείδηση του κόσμου. Το γλωσσικό εποικοδόμημα που αναπαριστά τον κόσμο γίνεται έτσι αυτή η ίδια η αναπαράσταση του εαυτού του, η εικονικότητα των ίδιων του των λέξεων. Ο κοσμικός ερεθισμός εγείρει στο λεκτικό πεδίο όχι το είδωλό του (εικόνα), αλλά τον γλωσσικό του αναδιπλασιασμό (φθόγγος), την γλωσσική του απόσυρση. Όσο προσεγγίζεται γλωσσικά ο κόσμος τόσο αποσύρεται στα σκοτάδια της λήθης του και από την άλλη όμως είναι αυτός ακριβώς ο κόσμος των εννοιών και της Λογικής το σταθερό και διαρκές πλαίσιο της ανθρώπινης εμπειρίας και δημιουργικότητας. Μια δημιουργικότητα που απαλύνει τελικά αυτή την άτεγκτη γεωμετρία και που τελικά τη διασώζει. Είναι ο κόσμος των δημιουργικών μεταφορών, των καλλιτεχνικών αναζητήσεων προσεγγίσεων, που εκθέτουν ένα πιο φιλάνθρωπο γνωσιολογικό περιβάλλον. Το υποκείμενο που εγκαταλείπεται στη φενάκη του κάλλους, στο πάθος της ευδαιμονικής δαπάνης είναι το μοντέλο του διαισθητικού ανθρώπου που ο Nietzsche το αντιπαραθέτει με το υποκείμενο του άτεγκτου γνωσιοκεντρισμού. «Η τέχνη είναι ανώτερη της αλήθειας», «η ύπαρξη και ο κόσμος διαιωνίζονται αιώνια μόνο ως ένα έργο τέχνης», λέει ο Nietzsche, αναγνωρίζοντας έτσι στη γλώσσα της επιστήμης αυτή την μεγαλύτερη αδυναμία. Απέναντι στην ψευδαίσθηση του ορθού λόγου διακρίνει ο φιλόσοφος την ενόραση της τέχνης, την τραγικότητα δηλαδή του απορημένου ανθρώπου. Η τέχνη είναι για τον Nietzsche μια αγαθή ψευδαίσθηση, μια πλάνη που δεν βλάπτει τον άνθρωπο, μια θεατρική μεταγραφή του κόσμου που εγκαλεί το κοσμικό νόημα στη σκηνή της τραγικής του απογύμνωσης. Δεν είναι τόσο μια γνώση όσο μια εποπτεία του κόσμου και είναι εδώ που ο φιλόσοφος θα στρέψει τη προσοχή του στην σκοτεινή σκέψη της αρχαίας Ελλάδας, στον Πυθαγόρα και τον Ηράκλειτο ειδικότερα, σ’ αυτούς τους «μοναχικούς οδοιπόρους», σ’ αυτά τα «αστέρια δίχως ατμόσφαιρα», «απίστευτα και αδιανόητα» όντα, που ζουν σ’ ένα «δικό τους ιδιαίτερο ηλιακό σύστημα», τους μύστες ενός αισθητικοποιημένου λόγου, αυτού του Λόγου της ίδιας της φιλοσοφίας, ενός Λόγου που η θέση του θα είναι πάντα πέραν της αλήθειας, πέραν της όποιας γλωσσικής ή αισθητικής συνθήκης. Έξω από κάθε γνωστική ή θεατρική φενάκη. Ένας Λόγος ανοικτός στην έλλειψη της αλήθειας, στην αναγγελία της σιωπής που δεν σιωπά, της γλώσσας που είναι πριν τη γλώσσα, αυτή ακριβώς η οδύνη του μη νοήματος.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Φασματικές μνήμες

Στις Μεταμορφώσεις της Βουβούλας Σκούρα είναι τα ίχνη των εικόνων, θεατρικές αφίσες της που ανασύρονται απ το αρχείο για την επανέκθεσή τους, που αποχωρίζονται όλα τα μέσα των απεικονίσεων τους για να τα ξανά βρουν όμως εν ετέρα μορφή. Μια νεκρανάσταση, ένα ψηφιακό come back, που εγείρει όλα τα πέπλα των φαντασμάτων, όλες εκείνες τις λεπτές επιστρώσεις που συγκροτούν το σώμα του πραγματικού, αυτό το σώμα της αφάνειας. Ανέκαθεν τα μέσα παρήγαγαν φαντάσματα. Από τις αλλεπάλληλες αφαιμάξεις της δαγεροτυπίας και τις πολλαπλές αποτυπώσεις των φωτοευαίσθητων επιφανειών έως τα συνεχή σήμερα σκαναρίσματα των ψηφιακών ψηφιοποιήσεων, είναι αυτό το σώμα του πραγματικού που υπομένει την απόλυσή του, την εικονική του διαθεσιμότητα. Η εικόνα έτσι υπάρχει και πεθαίνει συνεχώς, χάνεται και ξαναβρίσκεται, μια άμπωτη που δεν είναι άλλη από αυτή τη διάρκεια της ίδιας της ζωής. Μια εικονική οντότητα που λαμβάνει χώρα παντού και πάντοτε, σε όλα τα επίπεδα της ζωής και του θανάτου, σε όλη την έκταση της αρχαιολογίας της.


Μια οπτική απελευθέρωση που διαγράφει τη δική της, αμέριμνη τροχιά. Καμία λάμψη της έτσι δεν χάνεται. Όλες εγγράφονται σ’ αυτόν τον σκληρό δίσκο της συμπαντικής μνήμης, της μνήμης των εικόνων, της εικονικής εν τέλει μνήμης. Εικόνες που διαρκούν τώρα μέσα σ’ αυτήν την ψηφιακή τους ανασύνθεση, στην ατέρμονη πια διαδικασία της ψηφιοποίησής τους. Αντανακλάσεις που καταυγάζουν την εκκεντρότητα αυτής της διασποράς, αυτής της αέναης περιέλιξης που διαγράφει τελικά το ίδιο το πεπρωμένο της εικόνας, την κβαντική της ατοπία και αχρονία, τη συνεχή διασπορά της σ’ αυτό το σκοτάδι της λήθης. Της λήθης των εικόνων. Λάμψεις μόνο. Εικόνες εφήμερες που υφαρπάζουν το πρόσκαιρα διαθέσιμο φως για να το απολέσουν στη συνέχεια και έπειτα πάλι να το ξαναβρούν. Συνέχεια αυτό το παιγνίδι, ξανά και ξανά, αυτή η πένθιμη αλύσωση της μνήμης.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Το βλήμα της εικόνας



Όλα ανήκουν στις εικόνες τους, στις οπτικές ψευδαισθήσεις που εγείρουν. Εικόνες-μήτρες ενός εξωκοσμικού, υποβλητικού περιβάλλοντος, που εξαϋλώνει τον κόσμο μας. Μια εικονική συνθήκη, που προκαλεί την ψυχική μας συγκίνηση και εδραιώνει την κοινωνία της σαγήνης της. Ο κινηματογράφος και αργότερα οι τηλε-εικόνες θα αδρανήσουν κάτω απ’ τη σαγήνη τους ολόκληρο το πεδίο του πραγματικού. Ακόμη κι αυτές οι αιχμηρές του εκφάνσεις όπως το κράτος και οι πολεμικές συγκρούσεις, θα υποστούν την αναπότρεπτη αποπραγματοποίηση τους.
Από τον πρώτο ήδη παγκόσμιο πόλεμο μια νέα, διπλή επιμελητεία, αυτή των όπλων και των εικόνων, άρχισε να διαμορφώνει το πλαίσιο μιας «υπέρπολιτικής εποχής». Μια φυλή ηγετών που θα υπάκουε σε σενάρια και σκηνοθετικές οδηγίες. Τι θα ήταν ο Hitler χωρίς το βλέμμα της Riefenstahl; Η κάμερα αρχίζει να αναλαμβάνει τη θέση της και στο πεδίο της μάχης και οι πολεμικοί προβολείς να καταυγάζουν τον ζόφο των συγκρούσεων. Από τη σωματική σύγκρουση περνάμε σταδιακά στις εξ αποστάσεως εκκαθαρίσεις για να φθάσουμε σήμερα στις εικονικές συρράξεις. Η νέα παραλλαγή δεν θα’ ναι πια η απόκρυψη στα χαρακώματα αλλά η υπερέκθεση, η σκηνοθετημένη ψευτοδραστηριότητα που θα παραπλανεί τις εχθρικές κάμερες. Αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες, τεχνικοί του θεάτρου και του κινηματογράφου θα επιστρατευθούν για να στήσουν εφήμερους κόσμους, σκηνικά «οπτικής παραπληροφόρησης».Το πραγματικό που θα τροφοδοτεί το σύμπαν των εικόνων με αυτή του την αληθοφάνεια αλλά και πάλι όμως θα είναι αυτό που θα απέχει απ το κάδρο. Το πεδίο της μάχης γίνεται έτσι ένα αφηρημένο πεδίο, ένα πεδίο εξαΰλωσης της δράσης και των δρώντων σ’ αυτό.
Οι ψυχικές συγκινήσεις των εικόνων και οι συναισθηματικές τους συνδηλώσεις, συνεπαίρνουν υπνωτιστικά τις μάζες στη κατεύθυνση ενός εξωπραγματικού σύμπαντος όπου τα γεγονότα που το συνδηλώνουν δεν είναι παρά σκηνοθετικές παραγωγές.Το συνέδριο έτσι του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος στη Νυρεμβέργη το 1935 που κινηματογραφήθηκε από την Leni Riefenstahl, στην πραγματικότητα δεν έλαβε χώρα ποτέ, ήταν απλώς μια κινηματογραφική παραγωγή χωρίς κανένα πολιτικό βάρος, ένα γεγονός που ακτινοβολήθηκε από την ίδια του τη διαφάνεια, τη διαφάνεια της απόσυρσης του. Όπως επίσης και οι κυκλώπειες κατασκευές του ναζιστή αρχιτέκτονα Albert Speer δεν ήταν παρά μόνο κινηματογραφικά ντεκόρ. Από τα τέλη του 43 όλες οι μάχες τίθενται υπο την διεύθυνση των σκηνοθετών. Η σκηνή της μάχης γίνεται έτσι μια κινηματογραφική σκηνή που διαθέτει στην αδηφάγα κάμερα αξεπέραστες σεκάνς.

Αργότερα η κάμερα που θα τοποθετηθεί στα αεροπλάνα και στα οπλοπολυβόλα θα συντελέσει ακόμη περισσότερο σ’ αυτή την «αύξουσα αποπραγματοποίηση της στρατιωτικής εμπλοκής». Όλες οι εκδηλώσεις του πραγματικού αρχίζουν να εξαϋλώνονται στην οπτική καταγραφή τους. Μέσα από την τηλεσκοπική όραση της σκόπευσης κανείς δεν πια αναγνωρίζεται παρά μόνο στοχοποιείται. «Ο ανεφοδιασμός σε εικόνες έτσι θα αρχίσει να είναι εξίσου σημαντικός με τον ανεφοδιασμό σε πολεμοφόδια» θα πει ο Paul Virilio και στο «Πόλεμος και Κινηματογράφος» θα αναδείξει όλη την εξέλιξη αυτής της νέας στρατηγικής, της στρατηγικής μιας «καθολικής εποπτείας», που διαρκώς αναβαθμισμένη τεχνολογικά από κατασκοπευτικούς δορυφόρους έως ηλεκτρομαγνητικά όπλα με λέιζερ, θα εξομοιώνει το πολεμικό πεδίο, αυτό το ίδιο το πεδίο του πραγματικού, αποδίδοντάς το οριστικά στον αυτοματισμό των εικόνων του. Από τον κόσμο των αντικειμένων περνάμε στον κόσμο των ειδώλων και από τον πόλεμο των οβίδων σ’ αυτόν των οπτικών πληροφοριών. Ο πόλεμος έτσι γίνεται ένα σαγηνευτικό θέαμα, αυτό το τηλεπροϊόν του θανάτου.
Η τηλεπισκόπηση ενός πεδίου μάχης, ενός τοπίου γενικότερα, αλλάζει άρδην τις αντιλήψεις μας για τον τόπο. Το ακαριαίο είδωλο της εικόνας, μέσα στην ταχύτητα της μετάδοσής του, αποτοπικοιεί το περιβάλλον και μας εισάγει σε ένα εικονικό τοπολογικό σύμπαν. Η δράση δεν είναι πλέον πάνω στους γεωγραφικούς χώρους αλλά στη συχνότητα των εικόνων, στη διαπλανητική τους τροχιά, στη «χώρα των ονείρων». Δεν είναι απλώς μια μεταβολή των διαστάσεων, από την τοπική στη διαπλανητική κλίμακα, αλλά μια εικονική γεωστρατηγική που αποϋλοποιεί το φυσικό χωροχρόνο. Αυτή η νέα χωροχρονία, στα όρια ακριβώς της ανυπαρξίας, βιώνεται στους αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Ο αεροπορικός συναγερμός κινητοποιεί όλη την επικράτεια ενώ τα σκάφη που επιχειρούν προσφέρουν ένα αξεπέραστο θέαμα τύπου «Ήχος και Φως». Με τέτοιες αισθητικές διαθέσεις παρακολούθησε και ο Junger το βομβαρδισμό του Παρισιού και ίσως μέσα του αυτός να μην συνέβη ποτέ. Μέσα σ’ αυτή την «αισθητική της εξαφάνισης» οι φωτεινές δέσμες του πολέμου, όμοιες μ’ αυτές των κινηματογραφικών προβολών, θα διαγράφουν τον κόσμο μέσα στην ολογραφική του αποθέωση.
«Αφού ο κινηματογράφος», λέει ο Virilio, «έχει τη δυνατότητα να προκαλεί την έκπληξη, (τεχνική, ψυχολογική…), συγκαταλέγεται εκ των πραγμάτων, στη κατηγορία των όπλων». Και δεν μιλά εδώ μόνο για τα στρατιωτικά ντοκιμαντέρ ή για τις ταινίες προπαγάνδας αλλά για το ίδιο το μέσο του κινηματογράφου, ένα μέσο που σαγηνεύει, τουλάχιστον μέχρι πρότινος, τα πλήθη. Η εμφάνεια των εικόνων έφερε την διαφάνεια του τοπίου, τη διαθεσιμότητά του στην οριστική του απόσυρση. Η υλική του υπόσταση, η χωροχρονική του οντότητα, έδωσε τη θέση της στην πληροφορική του εξαΰλωση, στην ηλεκτρονική του εξάχνωση. Ανάμεσα στην «οφθαλμική πραγματικότητα» και στην οφθαλμαπάτη των αναπαραστάσεών της αιωρείται αυτό που ο Virilio ονομάζει τόσο ωραία: «η τελευταία εικόνα του κόσμου». Η τελευταία κάθε φορά εικόνα του, αυτό το κυνήγι του τέλους του, της τελικότητας του, η επιθυμία της οριστικής του εξαφάνισης. «Το τέλειο έγκλημα» του Baudrillard.

Η συγκίνηση του ναζισμού

Leni Riefensthal

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Τα όνειρα στην κλίνη της γλώσσας

Τι συμβαίνει όταν ένας φιλόσοφος καταγράφει τα όνειρά του; Που τα εγγράφει; Πως εγγράφονται αυτά; Τι χάνουν και τι κερδίζουν απ’ αυτή την εγγραφή; Τι μοιράζονται μαζί της; Ποιο αίνιγμα; Ο Adorno από το 1934 έως το 1969 συνήθιζε να καταγράφει τα όνειρα του «μόλις ξυπνούσε». Μια ανεπεξέργαστη, εύθραυστη ύλη που την υπέβαλε σε ελάχιστες διορθώσεις, «μόνο στις πιο αισθητές, γλωσσικές ατέλειες», μη διακινδυνεύοντας έτσι την αυθεντικότητά της, μια αυθεντικότητα μετέωρη και επιφυλακτική στις διατυπώσεις, σ’ αυτές τις προδοσίες της μέρας. «Μια ονειρευόμενη απλοϊκότητα» (Benjamin), που είναι αυτή η ίδια η ανάμνηση της νύχτας, η νύχτα όλων των δυνατών αναμνήσεων. Πως όμως κοινοποιείται η νύχτα; Σε ποια γλώσσα; Αν όχι σ’ αυτή τη γλώσσα της νύχτας;
Τα όνειρα ανήκουν στη νύχτα τους αλλά η νύχτα δεν ανήκει σε κανέναν. Η νύχτα υπομένει τον εαυτό της, την αδιάθετη υποκειμενικότητά της. Αδιάθετη. Τίποτε δεν εισβάλει στη νύχτα, σ’ αυτό το καθαρό όλον, γιατί για την νύχτα δεν υπάρχει το υποκείμενο του Άλλου, αυτός ο αντί-κείμενος κόσμος. Γι αυτό και η νύχτα αδυνατεί στην εκφραστικότητά της, στη σαφήνεια του λόγου της, στη κοινωνία του νοήματός της. Αυτό όμως το κλειστό και αδιάθετο σύμπαν εμπεριέχει κάτι που γονιμοποιεί και επαυξάνει τον Λόγο του κόσμου: τη νύχτα του, τη βουβότητά της, την «εξωεννοιολογική» της διάσταση, όπως θα πει ο Adorno. Η ποίηση, η λογοτεχνία γενικότερα, είναι για τον Adorno, αυτή η ευκαιρία της γλώσσας, ίσως η μοναδική της, όπου η γλώσσα απαλλάσσεται επιτέλους από την «συμμορφωτική πίστη της επικοινωνιακής κοινωνικοποίησης, ώστε να πει το ανείπωτο», αυτό που η «ανήμπορη ομιλία των ανθρώπων» δεν μπορεί να πει. Η νύχτα έτσι αποδίδει στο Λόγο έναν τόπο διαφυγής, μια άλλη προτεραιότητα, εκεί πίσω από τις λέξεις, πίσω απ τις γραμμές, ακριβώς στο περιθώριο της γλώσσας. Είναι μια προανθρώπινη συγκίνηση, μια οντολογική αντανάκλαση, αυτή η οντολογική ελευθερία των ονειρικών προσώπων καθώς αναλαμβάνουν τις μεταμορφώσεις τους, τις υβριδικές τους εκδιπλώσεις, κομίζοντας έτσι στη γλώσσα τη δυνατότητα μιας καθαρής έννοιας, την ελευθερία ενός λόγου συμπαντικού.
Στην «Ερμηνεία των ονείρων», σ’ αυτό το ιδρυτικό κείμενο της ψυχαναλυτικής θεωρίας, ο Freud αναγνωρίζει στα όνειρα ένα γλωσσικό ολίσθημα. Απωθημένες καταστάσεις βρίσκουν τον τρόπο να τρυπώνουν μέσα στον κοιμισμένο εγκέφαλο και μέσω μιας λεκτικής κάλυψης να αναδύονται εν ετέρα μορφή. Αυτά τα γλωσσικά ολισθήματα εγγράφονται εν τέλει στο συνειδητό, υπακούουν στους νόμους της πραγματικότητας. Μετωνυμικές μεταμφιέσεις που δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτός ο τρόπος της επιθυμίας, η ελευθερία του νοητού. Όπως μάλιστα απέδειξε ο Freud στην Ερμηνεία του, τα όνειρα εγγράφουν την επιθυμία στο πραγματικό μέσα από μια πράξη συμβιβασμού. Αυτή δηλαδή η «διεργασία του ονείρου» δεν είναι μια ελευθεριακή ακροβασία του ασυνείδητου, όπως πίστευαν οι Σουρεαλιστές, αλλά μια αυστηρή και ακριβής μέθοδο, ένα λεκτικό σύστημα που εγγράφει την επιθυμία στο σύμπαν των δικών του αναπαραστάσεων. Τα όνειρα για τον Freud παίζουν με τις λέξεις, με αυτή την αμφισημία των λέξεων και έτσι καλούν την εγγραφή τους, την λεκτική τους επικύρωση. Το όνειρο μάλιστα είναι αυτή η καθαρή εικόνα της γραφής, όταν ο πυρήνας του είναι αυτός που υπαγορεύει τις λέξεις και εγκαλεί την ερμηνεία τους, μια ερμηνεία που ταυτόχρονα όμως αυτό το ίδιο το όνειρο θα την αποκλείσει. Είναι αυτή η ίδια η νύχτα της γραφής, το ανερμήνευτο της γλώσσας, η ονειρική και ονειρεμένη της διάσταση. Η γλώσσα δεν είναι μόνο λόγια είναι μαζί και σιωπή και τα δυο στον ίδιο πάντοτε βαθμό. Μ’ αυτή την αστερόσκονη του ονείρου γράφονται τα ποιήματα.
Τα «Πρωτόκολλα των ονείρων» του Adorno πρέπει να διαβαστούν μέσα στον ορίζοντα της κριτικής του σκέψης. Η απολυτότητα του ορθού λόγου που χειραφέτησε το Δυτικό υποκείμενο, η αναντίρρητη αλήθεια του επιστημονικού κανόνα και του μαθηματικού υπολογισμού που συνέτριψε κάθε άλλη αισθητική και θεωρητική οπτική, οι οικονομίστικες και παραγωγικές αντιλήψεις, ακόμη και αυτό το ιδανικό της μαρξικής, συλλογικής χειραφέτησης δέχθηκαν απ’ τον Adorno μια ανελέητη κριτική. Στη «Διαλεκτική του διαφωτισμού», (Adorno, Horkheimer), αναζητάται μια γλώσσα, μια εναλλακτική γνωσιολογία, που δεν θα επικάθεται πάνω στον κόσμο χειραγωγώντας τον, αλλά που θα ελκύει την μυστική του ουσία. Ο Adorno αναζητά αυτό το Άλλο της γλώσσας στη τέχνη. «Όλα τα έργα τέχνης είναι κείμενα», γράφει στην Αισθητική θεωρία του, «είναι γλώσσα μόνο όταν αυτά γράφονται, ιερογλυφικά ενός κώδικα ήδη χαμένου».Μια «Θεϊκή γλώσσα» (Benjamin), όπως αυτή που πρώτη κατονόμασε τον κόσμο. Η τέχνη έτσι γίνεται αυτό το ιδανικό κρυπτο-γράφημα που αντιπαρατίθεται στη μονοσήμαντη γνωσιολογία του τεχνικοεπιστημονικού κώδικα. Ο τόπος μιας «πρωτογενούς μεταφορικότητας» όπου η γλώσσα είναι αυτή η μιμητική υπερέκθεση του κόσμου μας. Τα ίδια τα πράγματα ανακτούν την υποκειμενικότητα τους, μια υποκειμενικότητα μάλιστα διευρυμένη που διαισθάνεται εαυτήν μέσα στον κόσμο. Μια παραμυθητική γλώσσα που ολικοποιεί την εμπειρία «μέσα στον κόσμο», όπως θα έλεγε ο Heidegger, μια «αισθητική ορθολογικότητα» που συναισθάνεται τον κόσμο σε όλη του την διευρυμένη οντολογία.
Στα πλαίσια αυτής της γλωσσικής εκζήτησης ο λόγος των ονείρων κομίζει στη γλώσσα της επικοινωνίας τη σιωπή των σημαινόντων του. Τα όνειρα γι αυτό το λόγο και είναι πάντα τρομερά, ακριβώς γιατί υποστασιοποιούν, χωρίς να συμβολοποιούν, αυτή την άλλη όψη της γλώσσας, τη σιωπή του κόσμου. Μια ενορατική γλώσσα που εγείρει το ανθρώπινο μέσα στην α-σχήμια του κόσμου, στην προνοηματοδότηση του. Εξού και οι τερατομορφίες τους. Τρικεράτοπες που παραφυλούν σε σταυροδρόμια, «σιχαμερά ζώα που κάνουν απρέπειες», «κεφάλια με άρπαγες», παιδιά «απειλητικά σαν καβούρια», «εκτρώματα και νάνοι…αλλά και ένα σκέτο ζωντανό κεφάλι νέγρου», αγχώνουν τον φιλόσοφο στα όνειρα του. «Το ίδιο άγχος», σημειώνει ο Adorno, «όπως αυτό που αισθανόμουν στα παιδικά μου χρόνια για την κακόφημη περιοχή, ή όταν αργότερα ένα κορίτσι του καμπαρέ έβαλε το χέρι της στο παντελόνι μου». Μια κακόφημη περιοχή λοιπόν η περιοχή των ονείρων, ένα αγχωτικό περιβάλλον, απ’ όπου ο ονειρευόμενος διέρχεται πάντα «με φρίκη». Ο λόγος των ονείρων είναι ένας προνοηματικός λόγος, ένα «προστοχαστικό cogito» (Jean Reemtsma). Αυτό το «κουβάρι από σκέψεις των ονείρων» του Freud, αυτή η «ονειρευόμενη σκέψη» του Pontalis, είναι ένας λόγος ενοχής και ανησυχίας για το υποκείμενο της ημέρας, το υποταγμένο στον «κυριαρχημένο λόγο» του φωτός. Ένα γλωσσικό σύμπαν αναπαραστάσεων που διανοίγεται στη σιωπή και την απορία. Κενά σημαίνοντα, στοιχειακές ομοιώσεις, φρικτές μετωνυμίες της σιωπής ενός νου που δεν ησυχάζει.