Η λαϊκή εξέγερση του περασμένου Δεκέμβρη στην Αθήνα έλαβε χώρα σε μια «εγκαταλελειμμένη σκηνή», σ’ ένα τοπίο ρημαγμένο από την αποϊδεολογικοποίηση και την αποπολιτικοποίηση, απ’ αυτή την «απόσυρση του πολιτικού». Ένα συμβαντικό γεγονός που είχε όλα τα χαρακτηριστικά των οριακών, εξαιρετικών καταστάσεων που διαπερνούν, όλο και πιο πυκνά, ως ηλεκτρικές κενώσεις το μετανεωτερικό σώμα του πραγματικού και το ριζοσπαστικοποιούν, ρηγματώνοντας, το. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να συλλαβιστεί το περιεχόμενο εκείνων των ημερών από αυτό το κενό του νοήματος που διαγράφει σήμερα όλη την επικράτεια του πραγματικού. Ένα α-νόητο «υπάρχειν», μια α-πολίτικη συνθήκη, αυτή η ίδια η αν-ουσιότητα μιας γραφής (δημοσιογραφικής), που μαρτυρά αυτήν ακριβώς την απουσία του νοήματος, των ιδεών, αυτή την απουποκειμενοποίηση του κόσμου μας.Το έδαφος ήταν γόνιμο. Στην εξουσία βρισκόταν μια δεξιά και ανίκανη κυβέρνηση, ένας πρωθυπουργός αδιάφορος στα καθήκοντα του, υπουργοί που νέμονταν ληστρικά το δημόσιο χρήμα και μια διεθνής οικονομική κρίση που ερχόταν για να δοκιμάσει τις αντοχές ενός συστήματος ήδη χρεοκοπημένου. Από την άλλη είχαμε ένα αφασικό γεγονός, αυτό το νεκροζώντανο παρών μιας αριστερής ρητορείας, που επιχειρούσε να εγκολπωθεί τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Ένας αμήχανος λόγος, εγκλωβισμένος στην αμυντικότητα των θέσεων του, μια ιστορικά τελειωμένη υπόθεση που επιχειρούσε πάνω σε ένα φλεγόμενο μαγματικό έδαφος να στήσει το εννοιολογικό της καλύβη. Φυσικά και έγινε στάχτη. Οι εκλογές που ακολούθησαν κατέγραψαν μετριοπαθώς και αυτή την καταστροφή.
Μπροστά στην πολλαπλότητα αυτού του τέλους το πολιτικό όταν συμβαίνει, συμβαίνει απελευθερωτικά. Μια κίνηση ρηξιγενής που εκχέει το μαγματικό της λόγο πέραν του πραγματικού και της ιστορίας του. Ένα αδιανόητο συμβαίνειν, πέραν κάθε γλώσσας και νοήματος, κυριολεκτικά αδιαπέραστο και αδιάγνωστο, που κομίζει την δοκιμασία του πραγματικού, αυτή την επιδεινούμενη αμηχανία του. Ο τόπος έτσι του πολιτικού γίνεται η σκηνή του παρα-λόγου. Ο καθρέπτης, μαζί με τις βιτρίνες των τραπεζών, είχε πλέον διαρραγεί. Οι μορφικές αντανακλάσεις δεν εγγυούνταν τους αντικατοπτρισμούς τους. Βρισκόμασταν μπροστά σε αυτό που ο Badiou θα ονομάσει «μη αποκρίσιμο», αυτό το αδιανόητο των πραγμάτων όταν αναλαμβάνουν τον ενεργητικό τους ρόλο.
Αυτό το αδιανόητο συμβαίνειν εφόσον δεν εδράζεται στο πραγματικό αλλά εκχέεται από τις ρηγματώσεις του, δεν συμμορφώνεται στους καθιερωμένους προσδιορισμούς του αλλά καθορίζεται από αυτόν τον μετεωρισμό του, από την διαθεσιμότητα των μορφικών του εκδηλώσεων. Το υποκείμενο μιας εξεγερσιακής εκτροπής είναι πάντα αδιόρατο από τους μεγεθυντικούς φακούς των media. Η τηλεοπτική αγλωσσία τις βραδιές των επεισοδίων, εγκλωβισμένη στις συνθήκες μιας ξεπερασμένης πολιτικής «πραγματικότητας», αδυνατούσε να συλλάβει ένα απελευθερωτικό δυναμικό που επαναπροσδιόριζε εξεγερτικά μια σειρά από πολιτικές έννοιες και πρακτικές. Εκείνο που επιχειρούσε να καταμετρήσει ήταν τη μαζικότητα του φαινομένου και όχι την αποκαλυπτικότητα του. Ένα αδιάγνωστο μέγεθος που σφράγισε και χαρακτήρισε όμως τον ίλιγγο εκείνου του τριημέρου. Μια κοσμική διάσταση, πάντα εκχυόμενη από αυτές τις φαντασιακές ρηγματώσεις του πραγματικού, που επιχειρούσε να αφηγηθεί, δίχως το μέσο του Λόγου είναι η αλήθεια, την προοπτική μιας άλλης πραγματικότητας, στα όρια σχεδόν αυτή του αδυνάτου. Το δραστικό υποκείμενο έτσι εκείνων των ημερών δεν ήταν ένα μειοψηφικό ή πλειοψηφικό σύνολο που αναμετριόταν με την κρατική «πραγματικότητα» αλλά μια φαντασματική υπόσταση που ενδυόταν αυτόν τον απειλητικό και ανησυχαστικό χαρακτήρα του ίδιου του Πραγματικού. Προς στιγμήν ο Baudrillard διαψευδόταν. Το ακηδεμόνευτο αυτής της δυναμικής, επιτάχυνε στο έπακρο τον ορίζοντα αυτής της έκφρασης. Μια χαοτική επιτάχυνση που ξεπερνούσε ακόμη και αυτή την δυνατότητα της εμπειρικής της αυτοκατανόησης. Η φορά ήταν προς το άγνωστο, προς την ποιητική στιγμή και αυτό δεν το κατενόησε η αριστερά.Στη σκηνή του μη πολιτικού, η πολιτική πράξη δεν μπορεί παρά να είναι μια ρηξιγενής πράξη, μια πράξη χειραφέτησης και επανάκτησης, αυτή η πράξη της υποκειμενοποίησης. Μια πράξη που δεν αναπαριστά αλλά παριστά το άτομο, όχι ως μέρος ενός συνόλου, το «εμείς» είναι το αδύνατο (Badiou, Lacan), αλλά ως η τομή και η αφύπνιση αυτού του συνόλου, το υπαρκτικό του αδιέξοδο. Είναι το υποκείμενο που εγγράφεται σ’ αυτή την επαναστατική παράδοση των μοναχικών ονομάτων που γονιμοποιούν πυροδοτώντας το παρόν τους, διανοίγοντας το στο ισχνό περιθώριο της μη κυριαρχίας, του μη κυριαρχικού Λόγου.
Από εδώ και η δυσκολία των media και του κράτους να εντοπίσουν το εξεγερτικό υποκείμενο, να από-καλύψουν τους ταραξίες, με το ιδιώνυμο της κουκούλας, να τους αναπαραστήσουν στην τηλεοπτική τους διάσταση. Το επαναστατικό υποκείμενο ανθίσταται συνεχώς σε κάθε αποκαλυπτική ερμηνεία, γιατί βρίσκεται πάντα εν εκστάσει, πάντα έξω απ’ το σημείο που αφήνουν τα ίχνη του. Μπροστά σ’ αυτό το διαλεκτικό αδιέξοδο, της μη αναπαράστασης και της μη συνοχής, το υποκείμενο επενδύει πάνω στη πράξη της γλώσσας. Στην ικανότητά της να κοινωνεί την αλήθεια χωρίς να την επικοινωνεί. Ένα αδιανόητο που εγκαθιδρύει μια καθαρή εμπειρία, μια μη αναπαραστάσιμη στιγμή μετοχής σ’ αυτό το αδύνατο του ανήκειν.Το εγχείρημα έλαβε χώρα, το είπαμε, σε μια άδεια σκηνή και είναι ακριβώς αυτή η κενότητα, αυτή η «έρημος του πραγματικού» που το εγγράφει στην απροσδιοριστία των σημείων του, στο γνόφο της αγνωσίας που το περιβάλλει Ένα αποκαλυπτικό συμβάν δίχως όμως και τον αποκαλυπτικό του Λόγο. Αυτόν το Λόγο που ενσπείρει στις βαθιές ρωγμές του πραγματικού τη δυνητικότητα μιας άλλης ζωής, το τραύμα ενός άλλου νοήματος. Οι εξεγερμένοι του Δεκέμβρη επαναστάτησαν ενάντια στο Λόγο του κράτους δίχως όμως να αντιτάξουν σ’ αυτόν τον δικό τους Λόγο. Μια άλογη εξέγερση και γι αυτό μια άδοξη εξέγερση, ένα συμβάν εγκλωβισμένο στην αρνητικότητα των σημείων του, στο τυφλό, παραληρηματικό και βίαιο ίχνος του. Η επαναστατική όμως στιγμή ήταν πάντα αυτή η δυνατότητα ενός εκπεφρασμένου στοχασμού, η πίστη στην προοπτική μιας σκέψης, η α-λήθεια εν τέλει ενός Λόγου. Μια αλήθεια που ανθίσταται στο «πραγματικό» αναλαμβάνοντας την πραγματικότητά της. Μια συνθήκη που έρχεται απ’ Έξω για να διανοίξει ένα μέλλον, έναν ορίζοντα προσδοκίας, για να κοινωνήσει σ’ αυτή την ελάχιστη διάρκεια της κάτι απ’ το αδύνατο της ιστορικότητάς της. Ο Δεκέμβρης έτσι δεν έλαβε χώρα ποτέ, είναι ελευσόμενος, είναι προ των πυλών, μια υπόσχεση, ένας ορίζοντας μόνο.

Αυτή η επανεφεύρεση του καθημερινού θα τεθεί τις δεκαετίες του 50 και του 60 στο αδέκαστο στόχαστρο των Καταστασιακών. Για τον John Roberts η καταστασιακή σκέψη κατέχει μια κομβική θέση στη φιλοσοφία της καθημερινότητας καθώς θα επιχειρήσει να συνδέσει εκ νέου το πολιτισμικό με το κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο. Μέσα στο καπιταλιστικό περιβάλλον οι Καταστασιακοί θέτουν το επείγον ζήτημα της φαντασιακής θέσμισης μιας νέας προοπτικής, ενός νέου πολιτισμικού στοχασμού που θα παρεμβαίνει δραστικά ριζοσπαστικοποιώντας τη πράξη του υποκειμένου στον ορίζοντα της επαναστατικής του χειρονομίας. Θέτοντας το ρόλο της αισθητικής μέσα στη πορεία της υποκειμενικής και κοινωνικής χειραφέτησης έχουμε την ανάδυση, για άλλη μια φορά, ενός υποκειμένου που αναλαμβάνει την ολότητα των εμπειριών του. Μια υποκειμενικότητα που χαρακτηρίζεται από τον Vanegeim ως μια «ριζική υποκειμενικότητα», ως μια υποκειμενικότητα που επιθυμεί, μέσα από το δημιουργικό βίωμα των αισθητικών γεγονότων, την κοινωνία μιας άλλης αυθορμησίας, τη σκηνή ενός άλλου βιώματος.
Μια κουλτούρα που δεν εδράζεται πλέον στο Λόγο, αλλά στη σαγήνη των φασματικών της αναφορών. Είναι η απροσδιοριστία που καθορίζει πλέον τη δομή της γλώσσας, απελευθερώνοντας μας από περισπούδαστες μέριμνες και θεμελιακές λογικές. Ένα αθεμελίωτο γλωσσικό Είναι που εξασφαλίζει παρόλα αυτά τη διάρκεια μιας νέας φυσικότητας. Μια φυσικότητα που είναι αυτή η πολιτισμικοποίηση του φυσικού. Τίποτε δεν υφίσταται πέραν του «φυσικού». Σκεφτόμαστε πάντα, ακόμη και αν η σκέψη μας είναι κριτική, μέσα στον ορίζοντα της γλώσσας μας και αυτό δεν αλλάζει. Αυτή μάλιστα η αποφυσικοποίηση του καθημερινού, είναι αυτή η μεταγλωσσική λειτουργία της ίδιας της ανθρώπινης συνείδησης. Μια πλεονασματική εμπειρία που καθιερώνει τη γλώσσα, την αισθητική μας αντίληψη και εν τέλει και αυτή ακόμη την ηθική μας. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ αυτό το βάθος των πραγμάτων που ο Μούζιλ θα ονομάσει: «το βάθος της επιφάνειας». Στον ίλιγγο αυτής της αλήθειας οι φιλοσοφικές βυθομετρήσεις απολύουν το νόημα τους. Το βάθος των πραγμάτων γίνεται πλέον μια κατηγορία απλώς της μεταφυσικής σκέψης, μία βαθιά ανάμνηση στον καιρό της μεταμοντέρνας μας αμνησίας. Μια λήθη που δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή η διασπορά των σημείων, το αενάως διακλαδιζόμενο πληροφορικό τους σύστημα, ο «αδιάκοπος βόμβος τους». Μια γλωσσική επιδείνωση που διαπερνά όλη την επικράτεια του πραγματικού, όλες τις εκδοχές των αναπαραστάσεων του. Ένας αέναος αναδιπλασιασμός, αυτή η υπερβολική αντανάκλαση του τίποτα. Η θεωρία έτσι αναλαμβάνει τον καλλιτεχνικό της ρόλο. Το λογοτεχνικό έτσι ύφος του Derrida ή του Heidegger, εκτρέπουν την φιλοσοφική γραφή πέραν της θεωρίας, εκεί στο χώρο της σαγήνης, στον ορίζοντα της ουτοπικής διαφυγής. Μπορεί οι σύγχρονοι φιλόσοφοι να είναι οι αναμφισβήτητοι καλλιτέχνες των ημερών μας αλλά είναι μαζί και αυτό το τέλος του δημιουργικού. Σ’ αυτή τη μετά-μεταμεταφυσική εποχή οι θεωρίες της κουλτούρας μοιάζουν να είναι πια ο μόνος χώρος της ουτοπίας, ο χώρος όπου ο στοχασμός γίνεται «μια αληθινά αισθησιακή απόλαυση», (Brecht). Η σκέψη δεν ερμηνεύει έτσι το έργο αλλά γίνεται η ίδια ένα έργο, ένα αισθητικό γεγονός. Ένα γεγονός που εγκαταλείπεται στην απροσδιοριστία και την ανοικτότητα του έργου, σ’ αυτό το ασυνείδητο της δημιουργίας. Η μεγάλη συμβολή των Πολιτισμικών Θεωριών είναι αυτή η καλειδοσκοπική ματιά πάνω στην ιστορία. Πέρα από κάθε πραγματιστική και χρησιμοθηρική απόλαυση, που χαρακτήριζε κατεξοχήν την μαρξιστική οπτική, οι πολιτισμικές θεωρίες επικεντρώνονται ιδιότροπα στην εκκεντρικότητα των σημείων τους, στην υπερβατικότητα του βλέμματος, σ’ αυτή την σκηνή της σαγήνης. «Το καθημερινό» λέει ο Roberts, «περιέχει πάντα μια δόλια αλήθεια που διαφεύγει του νόμου ή της αφηρημένης γνώσης». Στις Μπλανσωνικές μάλιστα ακρώρειες το καθημερινό είναι αυτό που δεν συμβαίνει. Από τη μαρξιστική έτσι αντίληψη του «πλήρους υποκειμένου» περνάμε στο αδύνατο υποκείμενο, στην αποφατικότητα του βιώματος του.







