Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Η ιεροφάνεια του αφανέρωτου

Για να σκεφθεί κανείς σήμερα την Πίστη οφείλει να παρεκκλίνει από το όποιο θρησκευτικό της ίχνος και να την δια-κρίνει μέσα στο περιβάλλον της σύγχρονης γνώσης. Μια λοξή ματιά που θα βυθομετρήσει όμως με μεγαλύτερη ακρίβεια το μυστικό αυτής της αδήριτης ανάγκης του ανθρώπου. Από την σκέψη του Διαφωτισμού έως τις υπαρξιστικές προσεγγίσεις του Heidegger και από τις εργασίες του Lévi-Strauss έως τις κατευθύνσεις της φροϋδικής ψυχανάλυσης, ο Θεός, παραμένει ένα αμετακίνητο, αναστοχαστικό σημείο. Μία περίκλειστη και αδιάθετη ενικότητα που μόνο πέραν του θρησκευτικού μπορεί να γίνει προσβάσιμη στη σκέψη. Ένας τόπος ανοίκειων εγγραφών που χαράσσονται μέσα στην ακατάβλητη φωτεινότητα των ίδιων των ιχνών τους. Ίχνη, που αποδίδουν αποκαλυψιακούς ερήμους, το περίκλειστο των μυστικών τους σπηλαίων, εσωτερικότητες μιας αδιαφανούς εξωτερικότητας, ερημικές από-τυπώσεις μιας αόριστης φαινομενολογίας, που εγκαταλείπει τα υποκείμενα της στην μοναδική και εξαιρετική τους απορία. Η αποκάλυψη, λέει ο Derrida, αν κάτι αποκαλύπτει δεν είναι τίποτε άλλο από «το ίδιο το αόρατο της ορατότητας». Εντός αυτού λοιπόν του καταγωγικού σκότους, αυτού του «σκοτεινότερου φωτός», αποκαλύπτεται και όλη η δόξα αυτής της αφαίρεσης, αλλά και η ασκητική μαζί της αέναης επαναληψιμότητά της. Μια μνημοτεχνική εργασία πένθους, αφοσιωμένη στο μυστικό ορίζοντα της επιθυμίας της. Η ερημική έτσι αναχώρηση χωρεί όλες τις εγγραφές του κόσμου, στο ίχνος όμως, της οριστικής τους απομάκρυνσης. Μια εξαίρεση που δεν αίρει τον κόσμο, αλλά τον επαναδιατυπώνει στις μνημικές του επαναφορές, στις απωθημένες του εξ-άρσεις. Ο Άλλος, σ’ αυτό το ερημικό πεδίο, θα εγκαλείται πάντα στην πιο σιωπηλή και αφιλόδοξη προσμονή του. Η έλευσή του θα αποκαλύπτεται έτσι ως μια μυστική έλευση. Εν τω μέσω της νυκτός, θα εγείρεται πάντα ένα ανοίκειο, συμβαντικό νόημα, μέσα στο ρου της ιστορίας, ανακόπτοντας τη. Το αδιανόητο μιας δεξίωσης που θα διεμβολίζει την παθητική αναμονή του εαυτού, την αναμονή του Κύριου του, και μάλιστα την ώρα του μεσονυκτίου-ακριβώς αυτή-που θα αποκαλύπτει τη μοναδικότητα και εξαιρετικότητα του ίχνους του. Είναι η στιγμή, είναι οι στιγμές όλες, που δεν θα’ ναι πια οι δικές μας στιγμές αλλά αυτές οι στιγμές του Άλλου. Ο μεσσιανικός χαρακτήρας αυτών των στιγμών που θα εκτρέπεται και από την ίδια τη δομή της μεσσιανικότητάς του αποδομώντας κάθε θεμελίωση και κάθε δυνατό ορίζοντα προσδοκίας. Μια ετεροτοπική συνθήκη αυτού του ανοίκειου Άλλου που θα είναι και ο προαιώνιος τόπος της επισκέψεως του, της δεξίωση του, της δεξίωσης του μέσα στην έρημο, «στην έρημο που ναι μέσα στην έρημο», όπως θα πει ο Derrida. Ο ενδεχομενικός τόπος λοιπόν ενός συμβάντος, αυτής της συμβαντικής συνάντησης μας με τον Άλλον. Τον Άλλον, που απαντάται στις απορίες μόνο της μη απόκρισης του, στις αφιλόδοξες σιωπές της αναμονής του. Σ’ αυτή τη σιωπή που λαμβάνει χώρα και η αχώρητη συνθήκη του, και διανοίγει τη χωρικότητα της στο καθεστώς της φωνής, των απευθύνσεων, και των χαιρετισμών του. Αυτής της αναγγελίας των αμετάφραστων ιχνών του, που δομούν την αλήθεια του υποκειμένου στο μεσονύχτι της αναμονής, σ’ αυτή τη μαύρη τρύπα της αδιανόητης και απρόβλεπτης έλευσής του. Το τοπίο είναι και θα παραμείνει νυκτερινό. Η μοναδικότητα μόνο των στιγμών του, το μη αντανακλάσιμο του ψιθύρου του, το ανεπίκριτό του. Η χωρικότητα αυτή δεν θα ενδυθεί ποτέ το σχήμα της συνάντησης. Τούτο εστίν αληθώς το ευρείν τον Θεόν, το αεί αυτόν ζητείν, το ουδέπωτε της επιθυμίας κόρον λαμβάνειν. Που σημαίνει ότι θα μείνει για πάντα αυτή η συνάντηση στο πένθος της γλώσσας, ακόμη κι αυτής της ίδιας της θεολογικής γλώσσας. Ο Lacan κι εδώ μιλά πολύ καθαρά: ο Θεός είναι αθεολόγητος, είναι το προ του θεολογίσιμου λόγου. Ένας αμνημόνευτος λόγος, αμνημόνευτος απ’ όλους, το αδιανόητο της ίδιας της γλώσσας, που λανθάνει όμως μέσα στο λόγο του Άλλου. Μιας γλώσσας που εκτρέπεται στις απογοητεύσεις της, στις γλωσσικές της αμφιταλαντεύσεις και στις αποκαλυψιακές της αναμονές. Το ίχνος έτσι του Άλλου δεν αποτυπώνεται στις θρησκευτικές του καθηλώσεις, σ’ αυτά τα ιστορικά του συμπτώματα, αλλά στο ανεγγράψιμο μόνο της μοναδικής του διαφωράς, στο αδύνατο που αντανακλάται σε κάθε δυνατή του μορφή. Αυτή η υπό-χωρητική, συν-χωρητική ανά-χώρηση που εν-τοπίζεται στον τόπο μόνο της επιθυμίας. Μιας επιθυμίας όμως που δεν μας ανήκει, μιας και θα είναι πάντα αυτή η επιθυμία του Άλλου, όπως θα πει και ο Jacques Alain Miller. Μια επιθυμία που διαγράφει τον τόπο του Άλλου, την αναφορικότητα μας, αλλά και τον αδύνατο μαζί ορίζοντα όλων των δυνατών μας απευθύνσεων. Μια μετωνυμική συν-κίνηση που αποκαλύπτει την θέση του υποκειμένου ως μια καταγωγική τοπο-λογική εκτροπή, και εγγράφει την επιθυμία πέραν της όποιας ολοποιητικής και εκπληρωτικής της φαντασίωσης. Μιας επιθυμίας πένθους, γι αυτόν τον Άλλον μόνο που λείπει. Ο θρησκευτικός άνθρωπος, που δεν είναι ανάγκη να εκπροσωπείται από κάποια θρησκεία, είναι εδώ μια χαρακτηριστική περίπτωση ενός τέτοιου οντολογικού πένθους. Απευθύνεται πλήρους ενοχής, στραμμένος ολοκληρωτικά, στον τόπο του Άλλου, μαγεμένος από τη σαγήνη του, και πάλι όμως ένας στερημένος τύπος απ’ την απόλαυση του Άλλου, ένα «έκπτωτο Dasein», (Miller), το ίδιο το ασύμπτωτο της επιθυμίας. Το θεϊκό, εγγράφεται έτσι μέσα σ’ αυτόν τον αδύνατο ορίζοντα των απευθύνσεων μας, της μυστικής όσο και αδύνατης επιθυμίας μας. Σ’ αυτό το ιερό όσο και αποφατικό ίχνος του φαλλού αλλά και στην εργασία της εδραίωσης αυτού του ιερού ίχνους. Η έγερση ενός ζωοφόρου πράγματος που καθιερώνει και την εκ-κεντρικότητα της θεϊκής του απήχησης. Μια πίστη «στο ζωντανότερο ως νεκρό κι αυτόματα υπέρ-βιο, αναστημένο στο φασματικό του φάντασμα», (Derrida).
Η συμβαντική παρουσία αυτού του ίχνους μέσα στο ρου της ιστορίας ακυρώνει και κάθε δυνατότητα μιας ιστορικοποιήσιμης δομής και αντίληψης του. Βρισκόμαστε έτσι μπροστά σε αυτό που ο Vattimo θα ονομάσει «αποκαλυψιακή άρνηση της ιστορικότητας», χάριν αυτής της ασυνέχειας που κομίζει η μοναδική, και συμβαντική, κοσμική του επίσκεψη. «Αυτός ο χαρακτήρας της ασυνέχειας και της εισβολής (του Άλλου) γίνεται συχνά αντιληπτός – ακόμη μια φορά – σαν καθαρή αποκαλυψιακή άρνηση της ιστορικότητας, σαν καινούργια απόλυτη απαρχή που απαρνείται κάθε δεσμό με το παρελθόν και καθιερώνει μια καθαρά κάθετη σχέση με την υπέρβαση, υπέρβαση που γίνεται με τη σειρά της αντιληπτή σαν καθαρή μεταφυσική πληρότητα του αιωνίου θεμελίου»,(Vattimo). Η υποκειμενικότητα έτσι του θρησκευτικού είναι μια σαγηνευμένη οντότητα, μια σκανδαλώδη μετατόπιση στον τόπο ενός γεγονότος που δεν τον ελέγχει το ίδιο αλλά η αμετάδοτη και υπερβατική γλώσσα του Άλλου. Αυτή η αναχώρηση του υποκειμένου χάριν της συγχώρεσης του Άλλου που αποκαλύπτει και μια απωλεσθείσα όσο και αδιανόητη κατά τ’ άλλα πληρότητα. Ένα αδύνατο περιεχόμενο ζωής που μόνο στα όρια της ενδεχομενικότητάς του μπορεί και να βιωθεί. Ο δεσμός έτσι μ’ αυτό το ανοίκειο ίχνος, η κοινότητα μαζί του, το Εμείς της Πίστης του, εγγράφονται μέσα σε μια μυστική διάσταση της γλωσσικής εμπειρίας, σ’ αυτές τις αδιαφανείς της πτυχώσεις. Πρόκειται για τον τόπο των μυστικών μας απευθύνσεων που αποκαλύπτουν και το ίχνος του Άλλου. Η μαρτυρία του έτσι είναι μια μαρτυρία χωρίς ίχνος, χωρίς ίχνος αλήθειας, στην πραγματικότητα του ορατού. Είναι η μαρτυρία του ανεγγράψιμου και η παραμυθία του αδύνατου. Το Εμείς γίνεται έτσι το αδύνατο μιας «μαρτυρικής εμπειρίας». «Αν η πίστη είναι ο αιθέρας της απεύθυνσης και της σχέσης προς το όλως άλλο, τελείται μέσα στην ίδια την εμπειρία της ασχεσίας ή απόλυτης διακοπής», όπως θα διαβάσει ο Derrida πάνω στη σκέψη του  Maurice Blanchot και του Emmanuel Levinas. Αυτό το Έξω του ιερού που αποκαλύπτει και τον εσώτατο πυρήνα του ανθρώπου, την εκ-στατικότητα της ερημικής του αναχώρησης, την υπομονή του, την υπομονή μιας κίνηση που στην πραγματικότητα θα αναγνωρίζεται πάντα μέσα μας ως μια κίνηση επιστροφής. Μιας επιστροφής στο απροϋπόθετο Είναι, στο αθεμελίωτο θεμέλιο του Υπάρχειν. Μια α-λήθεια που θα αντιστέκεται πάντα στις όποιες φιλοσοφικές, θεολογικές ή ιστορικές της καθηλώσεις. Μια προαιώνια κίνηση που στη φροϋδική σκέψη εντοπίζεται ως μια προγλωσσική ή υπέργλωσσική μετουσίωση με το περιβάλλον Είναι του κόσμου μας. Μια κοσμική διέγερση εξόδου από το Εγώ και ταύτισης με το Αυτό. Μια κατακλυσμιαία πλήρωση του υποκειμένου, αυτού του καχεκτικού ή νηπιακού Εγώ, που εκστατικοποιείται τώρα μέσα στη σαγήνη του Άλλου. Το πιστό υποκείμενο είναι ένα Είναι που αληθεύει ως ένα ερωτευμένο υποκείμενο, ως  φορέας ενός μυστικού, ερωτικού λόγου. Το θρησκευτικό συναίσθημα εδράζεται στον Freud στο ερωτικό συναίσθημα και ακόμη καλύτερα στον «πόθο για τον Πατέρα». «Η επαναλαμβανόμενη ερωτική εμπειρία», θα πει η Julia Kristeva, «η οποία αποσυντίθεται και συντίθεται στην μεταβίβαση / αντιμεταβίβαση» είναι και αυτός ο τόπος της ψυχανάλυσης. Ένας ανοικτός ψυχισμός, διαθέσιμος στην ε(κ)σωτερικότητά του, αυτή η «ανοικτή δομή» του εφήβου, όπως θα την ονοματίσει πάλι η Kristeva, που πιστώνεται την απολυτότητα του αντικειμένου της, την οντολογία του ερωτικού πάθους. Μια ερωτόληπτη οντολογία που καταλήγει σε θεολογία του αντικειμένου, σε ασυνείδητες, μετουσιωσικές αναλήψεις.
Το ανθρώπινο υποκείμενο είναι το ον μιας ανεπανάληπτης εγγραφής, ο τόπος ενός μοναδικού συμβάντος. Στο ευαγγελικό «Εν αρχή ην ο Λόγος», ο Lacan θα αναγνωρίσει μια μοναδική στιγμή του ανθρώπου. Αυτό το ομιλιακό συμβάν που θα ρημάξει τον άνθρωπο, όπως θα πει. Ένα συμβάν που θα τον χαρακτηρίσει αποκλείοντας τον από τη ζωική του αμεριμνησία. «Το ομιλούν ον είναι ένα άρρωστο ον». Μια ομιλιακή διέγερση που καθυποτάσσει τον άνθρωπο στην ασυναγώνιστη προοπτική του Άλλου. Το ιερό πεδίο εγείρεται έτσι σ’ αυτή την «εκστατική μέθεξη» του υποκειμένου, στην «ιερή ακαταληψία» του Άλλου, (Kristeva). Μια μέθεξη που ζωοποιεί το υποκείμενο αιμοδοτώντας της αρτηρίες της επιθυμίας του. Αυτούς τους πυρηνικούς του θύλακες που εκχέουν την εμπειρία της μετουσίωσης, τη μυστική γλώσσα της εσωτερικευμένης του εμπειρίας. Η ψυχανάλυση θα εντοπίσει μάλιστα τη δυνατότητα αλλά και το εύρος αυτής της εμπειρίας μέσα στο καύμα του ασυνειδήτου. Σ’ αυτή την πυρηνική γλώσσα όπου το υποκείμενο αναλαμβάνει λέξεις που δεν του ανήκουν, τις λέξεις της γλώσσας του Άλλου. Το ομιλούν υποκείμενο της ψυχανάλυσης που δεν είναι βεβαίως το εξομολογητικό υποκείμενο, όπως το αντιμετωπίζει ο θρησκευτικός περίγυρος, αλλά ένα απευθυνόμενο υποκείμενο σε μια γλώσσα στα όρια αυτή του νοήματος της. Η αποκαλυπτική μιας γνώσης που εντοπίζεται στη μεθόριο της γλώσσας και που δεν είναι μια καθαρή γνώση αλλά μια συνεχής υποχώρηση σ’ αυτό που δομεί την γλώσσα και άρα προηγείται αυτής. Στη σιωπή δηλαδή όλων των φωνών της, στη συμβαντική της καθήλωση σ’ αυτό το ιερό και ανοίκειο ίχνος του Άλλου. «Επειδή πιστεύω μιλάω», θα πει η Kristeva, «αν δεν πίστευα δεν θα μιλούσα. Το να πιστεύω σ’ αυτό που λέω και να επιμένω να μιλάω είναι απόρροια της ικανότητας να πιστεύω στο Άλλο». Απέναντι στον σύγχρονο γλωσσικό κατακερματισμό η Kristeva προσεγγίζει τη γλώσσα «όχι ως ένα αντικείμενο της γλωσσολογίας αλλά ως μια ερωτική συνομιλία». Εδώ που προδιαγράφονται για την Kristeva και τα περιθώρια μιας νέας θρησκευτικότητάς, μιας νέας δηλαδή ψυχικής, εσωτερικής συν-κίνησης, αυτής της συγκίνησης του Άλλου. Η Kristeva μέσα από την ψυχαναλυτική εμπειρία των παιδιών αναγνωρίζει στα νηπιακά ψελλίσματα προς τον Πατέρα, εκείνες τις γλωσσικές υποδοχές και αναμονές αυτού του Άλλου. Λέει χαρακτηριστικά: «Ο Πατέρας μετατρέπει τα ψελλίσματα μου σε γλωσσικά σύμβολα, την αξία των οποίων καθορίζει εκείνος». Η γλώσσα έτσι, ως γλώσσα απεύθυνσης πάντα, δίδεται στο υποκείμενο ως μια μοναδική και αναπαλλοτρίωτη δυνατότητα εξόδου αλλά και περίκλεισής του συγχρόνως. Η έγερση ενός νοητού ορίζοντα που αποκαλύπτει στον άνθρωπο τον ορίζοντα της προσδοκίας του. Προ αυτής της εγέρσεως, υπάρχει, σύμφωνα με τον Freud, ένα ανέκφραστο ψυχικό τραύμα, που μόνο μέσω αυτής της πατρικής δωρεάς, της γλωσσικής δηλαδή διαμεσολάβησης, μπορεί και να εξέλθει στο φως, στο όνομα του Άλλου, στο πεδίο της δυνατής του υπερταύτισης. Εδώ εντοπίζεται από την Kristeva και το ίχνος της μητρικής γλώσσας, αυτής της βαθιάς εγγραφής μέσω της οποίας ανιχνεύεται η «πρωτογενής ταύτιση», το είδωλο του φαντασιακού Πατέρα, αλλά πάλιν εδώ μιλά ο Freud. «Κανείς δεν έχει υπογραμμίσει αρκετά», τονίζει η Kristeva, «το γεγονός ότι η εκμάθηση της γλώσσας από το παιδί είναι μια εκ νέου εκμάθηση της γλώσσας από τη μητέρα. Στην προβολική ταύτιση της μητέρας και του παιδιού, η μητέρα καταλαμβάνει το στόμα, τους πνεύμονες, τον πεπτικό σωλήνα του γιού της και παρακολουθώντας την ηχολαλιά, τον οδηγεί στα σύμβολα, στις φράσεις, τις αφηγήσεις: το νήπιο γίνεται ένα παιδί, ένα ομιλούν υποκείμενο». Μια ουρανομήκης κλίμακα ταυτίσεων που μ’ έναν φυσικό τρόπο εγείρεται από την προνηπιακή φάση του ανθρώπου για να αναδείξει ενώπιον του ένα μοναδικό, σαγηνευτικό αντικείμενο, την υπέρλαμπρη εικόνα του Άλλου. Η πίστη που θα γεννηθεί γι αυτή την εικόνα θα εγείρει και όλες τις λέξεις του, αυτό το πεδίο της αποπλάνησης, που θα είναι όμως και το πεδίο τη απόλαυσης του Άλλου, της υπεραπόλαυσής του, όπως θα πει ο Lacan. Στην ευαγγελική εντολή «Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν» ο Lacan θα εντοπίσει μια χιαστή κίνηση ανάδυσης και κατάδυσης όμως συγχρόνως. Ο Άλλος που αναγνωρίζεται «ως εαυτός» μου προσεγγίζεται στο βαθμό που το κατοπτρικό του είδωλο «παραγνωρίζεται». Μια εσωστρεφής κίνηση εξωτερικότητας που εγκαταλείπει το υποκείμενο της στον αντικατοπτρισμό των ταυτίσεων του. Ακριβώς σ’ αυτές τις παλινδρομικές κινήσεις της επιθυμίας που εντοπίζεται και η μυστική διάσταση του «Πράγματος». Αυτού του μυστικού όσο και μυστήριου «Πράγματος» που δοκιμάζει και δοκιμάζεται απ’ τις εξ-άρσεις του μέσα στις έλξεις της επιθυμίας. Ένα δυσανάγνωστο φροϋδικό Πράγμα που δεν είναι το αντι-κείμενο της επιθυμίας του υποκειμένου, αλλά όπως λέει ο Lacan μια «προϋπάρχουσα δομή», ένα Παρόν πριν το υποκείμενο αναλάβει τη γλώσσα της επιθυμίας του και τη θέρμη των απευθύνσεων της. «Η επιθυμία», λέει ο Lacan, «δεν έχει αντικείμενο εκτός, όπως οι ιδιαιτερότητές της το αποδεικνύουν, από το τυχαίο αντικείμενο, φυσιολογικό ή όχι, που βρέθηκε να έρθει να σημάνει, είτε με μια αναλαμπή είτε μέσα από μια διαρκή σχέση, τα όρια του Πράγματος, αυτού δηλαδή του τίποτα γύρω από το οποίο κάθε ανθρώπινο πάθος περιορίζει το – σύντομο ή μακρύ και με περιοδική επιστροφή – σπασμό του». Μια ερωτογενής ζώνη που προϋπάρχει και δομεί τη διάτρητη φύση του υποκειμένου της, όλες μαζί τις τρύπες των διαφυγών του. Η ψυχανάλυση εδώ δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αναδεικνύει αυτή την απόλαυση του Άλλου στα φραστικά της επεισόδια, να εκτρέπει την επιθυμία του υποκειμένου της από τις ανέκφραστες σιωπές της, στην ομιλιακή ζώνη της αποκάλυψής της. Εδώ που θα εντοπιστεί όμως και η διαφορά της ψυχαναλυτικής από την μυστικιστική εμπειρία. Απέναντι στην «υγροποίηση του Εγώ προκειμένου να γίνει το Άλλο», όπως περιγράφονται από την Kristeva οι εκστατικές αφηγήσεις της Αγίας Τερέζας της Άβιλα, στην ψυχανάλυση το Εγώ διασώζεται απ’ αυτή τη ρευστοποίηση του χάριν αυτών των γλωσσικών του αναδύσεων.  Στο Εγώ και το Αυτό του Freud σημειώνει η Kristeva: «Η βίαιη μυστικιστική παρόρμηση περιορίζεται σε μια σύντομη ματιά (εικόνα), η οποία προκαλεί ένα ρήγμα στη φραστική απόδοση και αφήνει το αντικείμενο που έχει γίνει αντιληπτό, καθώς και την υποκείμενη ενόρμηση να δράσουν σιωπηλά. Προτού επιστρέψει ο Έρωτας με το θόρυβο της γλώσσας και προτού οι μυστικιστές μιλήσουν ή γράψουν. Αντίθετα η ψυχανάλυση είναι μια διαδικασία χρονική και αλληλεπιδραστική, η οποία δομεί και αποδομεί συνεχώς τον οιδιπόδειο δεσμό». 
Στον περίφημο Λόγο προς τους καθολικούς, ο Jacques Lacan, επικεντρώνεται πάνω σε μια μετωνυμική εκ-δήλωση που τροποποιεί διαρκώς την κειμενικότητα αυτής της ασυνείδητης αντίληψής μας. Μια επιθυμία που εδράζεται πάνω στην αμφίσημη θέση του ονόματος του Πατέρα, και στη διττή του κυριαρχία. Σ’ αυτόν τον Λόγο του και ακριβώς σ’ αυτό το σημείο, στο σημείο του ονόματος του Πατέρα, διακρίνεται, και διακρίνει και ο ίδιος ο Λακάν, μια αποφασιστική διαφορά μεταξύ αυτού και του Freud. Αν στο Τοτέμ και ταμπού ο Πατέρας-Θεός είναι νεκρός, τότε το πένθος του ονόματος του, προσβάλει κι αυτό το καθεστώς της επιθυμίας. «Αυτό το οποίο μας διδάσκει το Τοτέμ και ταμπού», λέει ο Lacan, «είναι ότι ο πατέρας απαγορεύει αποτελεσματικά την επιθυμία επειδή ακριβώς είναι νεκρός και, θα πρόσθετα εγώ, επειδή ο ίδιος δεν το γνωρίζει – το γεγονός δηλαδή ότι είναι νεκρός. Αυτός είναι ο μύθος που ο Freud προτείνει στον σύγχρονο άνθρωπο, καθώς ο σύγχρονος άνθρωπος είναι εκείνος για τον οποίο ο Θεός είναι νεκρός – εννοώ ότι αυτός νομίζει πως το ξέρει». Ο Freud έτσι στην εποχή της αποθέωσης του επιστημονικού λόγου - και έχει σημασία αυτό όσον αφορά τη διαφορά του με τον Lacan - αποκηρύσσει μια εμπειρία, τη θρησκευτική εμπειρία, ως μια εμπειρία ήδη τελειωμένη. Προηγουμένως όμως, δηλαδή προ αυτής της θανάτωσης, είχε αναγνωρίσει και τη σημαίνουσα θέση αυτής της εμπειρίας στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου. Μια εμπειρία που θα καταδείξει μέσα στο έργο του μια μυστική περιοχή, τη «πρωτοκαθεδρίας του μη ορατού», την αποκαλυψιακή διάσταση της γλωσσικής μας αφύπνισης. Το όνομα του Πατρός αναδύεται έτσι όχι στην καθαρότητα της σαρκική σχέσης, όπως στον μητρικό δεσμό, αλλά στον αδιαφανή ορίζοντα μια «πίστης», όπως θα επισημάνει ο Lacan. Και θα ναι μάλιστα σ’ αυτόν τον ορίζοντα, όπου ο άνθρωπος θα αναγνωριστεί ως το υποκείμενο, το αφιερωμένο υποκείμενο, ενός λόγου που θα τον κατέχει αναπόδραστα, και θα εκ-φέρει στον σκοτεινό ορίζοντα της επιθυμίας του το πένθιμο ίχνος της έλλειψης του. Σε αντίθεση με τον Freud όμως, ο Lacan έρχεται όχι στο απόγειο του επιστημονικού λόγου, αλλά σε μια εποχή κρίσης, «κρίσης άγχους», που καταλαμβάνει τον επιστημονικό κόσμο όταν αυτός έρχεται αντιμέτωπος με τις δυστοπίες των εργαστηρίων του. Ένας παρ’ όλα αυτά ανόητος φόβος για τον Lacan μια και η επιστήμη ανήκει κι αυτή, στην αδυνατότητα της ίδιας της αλήθειας της. Λέει σε μια συνέντευξη του το 1974 στο περιοδικό Panorama: «Φαίνεται να πλησιάζει για τους επιστήμονες η στιγμή του άγχους. Στα αποστειρωμένα εργαστήρια τους, τυλιγμένοι στις κολλαρισμένες τους μπλούζες, αυτά τα γηραλέα παιδάκια που παίζουν με άγνωστα πράγματα, κατασκευάζοντας μηχανήματα όλο και πιο πολύπλοκα και επινοώντας τύπους όλο και πιο σκοτεινούς, αρχίζουν να διερωτώνται τι μπορεί να προκύψει αύριο, τι μπορεί να προκαλέσουν αυτές οι συνεχώς νέες έρευνες. Επιτέλους! λέω. Και αν ήταν ήδη πολύ αργά; Για μένα είναι τρελοί. Ενώ είναι ήδη έτοιμοι να αλλάξουν την όψη του σύμπαντος, μόλις τώρα τους περνά απ’ το μυαλό να αναρωτηθούν μήπως κατά τύχη αυτό αποβεί επικίνδυνο. Και αν όλα τινάζονταν στον αέρα; Εάν τα βακτηρίδια που έχουν με τόσο πάθος καλλιεργηθεί στα αποστειρωμένα εργαστήρια μεταμορφώνονταν σε θανάσιμους εχθρούς; Δεν είμαι πεσιμιστής. Δεν θα συμβεί τίποτε! Για τον απλούστατο λόγο ότι ο άνθρωπος δεν είναι ικανός για τίποτε, δεν είναι καν ικανός για να αυτοκαταστραφεί».  Μπροστά σ’ αυτό το Πραγματικό του αντι-κειμένου της όλες οι ολοποιητικές αφηγήσεις της επιστήμης διαψεύδονται και καταρρέουν. Και θα ’ναι εδώ αυτή ακριβώς η τρύπα απ’ όπου η θρησκεία πάντα θα βρίσκει τον τρόπο να επανεισάγεται θριαμβευτικά και πλήρης όλη νοήματος. «Υπάρχει σήμερα», λέει ο Καστοριάδης, «με την κατάρρευση τόσο της ιδεολογίας της επιστημονικής προόδου όσο και της μαρξιστικής ιδεολογίας, ένα τεράστιο κενό, και αυτό είναι κενό νοήματος, διότι η ανθρωπότητα εγκαταλείπει το νόημα του θανάτου που είχε δοθεί από τη χριστιανική θρησκεία στη Δυτική ανθρωπότητα και ακόμα δεν μπορεί, και ίσως να μην μπορέσει ποτέ -όμως εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το πιο καίριο πολιτικό ζήτημα- να δεχτεί πως είμαστε θνητοί, τόσο ως άτομα όσο και ως πολιτισμός, και πως αυτό δεν αναιρεί το νόημα της ζωής μας». 
Στο Μόναχο στις 19 Ιανουαρίου του 2004, θα λάβει χώρα ένας αξιοπρόσεκτος διάλογος μεταξύ του γερμανού φιλόσοφου Jürgen Habermas και του καρδινάλιου Joseph Ratzinger, μετέπειτα πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ'. Το θέμα της συνομιλίας τους, τα προπολιτικά θεμέλια του εκκοσμικευμένου δυτικού κόσμου. Ο κυριότερος εκφραστής του εκκοσμικευμένου λόγου ο πρώτος, και του καθολικού χριστιανικού δόγματος ο δεύτερος, συνομίλησαν από διαφορετικές, σχεδόν αγεφύρωτες αφετηρίες, πάνω όμως σ' ένα κοινό όμως πολιτισμικό πλαίσιο, αυτό που επέτρεψε και την εκφώνηση του Λόγου προς τους καθολικούς του Lacan. Θα είναι μάλιστα αυτό το πλαίσιο, αλλά και η αναγνώριση μαζί των ελλειμματικών του θέσεων, που θα συγκροτήσουν και τη συνθήκη μέσα στην οποία θα λάβει χώρα αυτή η συνάντηση. Η ασυνέχεια ενός λόγου, του εκκοσμικευμένου λόγου, που θα εγκαλέσει σ' αυτή την τραυματική του έλλειψη ένα καταγωγικό ίχνος, ένα νόημα που έρχεται απ' Έξω, στον τόπο όμως τώρα της μετά-μεταφυσικής του αποκάλυψης. Ένα καταγωγικό θεμέλιο που εγείρει έννοιες όπως «ηθικότητα και ήθος, πρόσωπο και ατομικότητα, ελευθερία και χειραφέτηση», αλλά στο πεδίο πια του Πρακτικού λόγου, στο πλαίσιο της φιλελεύθερης κατα-νόησής του. Υπάρχει λοιπόν ένα προπολιτικό νόημα, ένα ηθικό θεμέλιο σ' αυτές τις βαθιές καταγωγές του εκκοσμικευμένου μας λόγου; Ένα ηθικό σύστημα που να προηγείται, να εμπνέει και να συνέχει το δημοκρατικό οικοδόμημα, το αντικείμενο αυτής της «διπλής μαθητείας»; Σ’ αυτόν τον μοναδικό διάλογο η Πίστη θα αναγορευτεί ως μια «δεοντολογική προϋπόθεση» για την εδραίωση αυτής της δύσκολης, και έως τα όρια του αδυνάτου [Laclau], κοινωνικής συνείδησης. Η ποιητική διάσταση μιας κοινωνικής λογικότητας που έχει απωλέσει στις μέρες μας την πιστωτική της εμβέλεια, την ίδια την ψυχική της συν-κίνηση. Ο Habermas είναι σαφής: «υπάρχει το κράτος της νομιμότητας, ένα αύταρκες πολιτικό περιβάλλον, που αγνοεί την «προδικαιική του υπόσταση». Το πολιτικό σύστημα για τον Habermas δεν παρουσιάζει καμιά αδυναμία για να προσφύγει στο εξαρνούμενό του πλαίσιο, έχει όλα εκείνα τα αποθέματα που του χρειάζονται για να διασφαλίσει τη λειτουργία και τη διάρκειά του. Παρ' όλα αυτά, αναρωτιέται: Τι συμβαίνει σ' εκείνες τις στιγμές της διαταραχής του Πολιτικού; Εκείνες τις στιγμές όπου το πολιτικό αποσύρεται και αποδυναμώνεται η αλληλεγγύη των ανθρώπων; Όταν ο άνθρωπος ιδιωτεύει σ' αυτή την εκλειπτική τού πλησίον; Είναι αυτές ακριβώς οι ατέλειες της έλλογης κατασκευής, θα λέγαμε της ψυχικής κατασκευής, όπου ο Λόγος αποσύρεται αναστοχαζόμενος στα καταγωγικά του θεμέλια, αλλά χωρίς να χάνει και το εξελικτικό του περιεχόμενο. «Ο Λόγος που ανακαλύπτει την καταγωγή του από κάποιο έτερον, οφείλει να αναγνωρίσει τη μοιραία επίδραση του έτερου, αλλά δεν πρέπει να χάσει τον έλλογο προσανατολισμό του». Είναι η ανάκληση ενός θρησκευτικού «σημασιολογικού δυναμικού» που θα μπορούσε, σύμφωνα με τον Habermas, να επουλώσει αυτή την τραυματική ασυνέχεια που παρουσιάζει η σύγχρονη εκκοσμικευμένη κοινωνία μας. Μια ανάκληση που εγείρει για κάποιους το ίχνος ενός «μετά-εκκοσμικευμένου κόσμου» δοκιμάζοντας τα όρια του Διαφωτισμού. Ένας φόβος βέβαια που διασκεδάζεται από την τοποθέτηση του Ratzinger, καθώς ο εκκοσμικευμένος λόγος της Πίστης δεν θα είναι πια ο Λόγος του Κυρίου αλλά ένας εξυπηρετικός λόγος στο πρόγραμμα της ηθικής στερέωσης του κόσμου. Η σχετικοποίηση του αποκαλυπτικού Λόγου επισύρει και την έκπτωσή του από τη θέση της Αλήθειας, του αποστερεί αυτό το θεϊκό του φως. Η Χριστιανική Πίστη δεν είναι για τον Ratzinger έτσι ένα ηθικό νόημα αλλά μια μοναδική, ασυναγώνιστη Αλήθεια. Η παραγωγή έτσι του δικαίου, οι πειρασμοί της δημοκρατίας, η ατομική βόμβα, η τρομοκρατία, η βιογενετική, όλα για τον Ratzinger παράγωγα του Λόγου, θα γίνουν και οι λόγοι που θα επιβάλλουν και αυτή την επιτήρηση του Λόγου. Ενός Λόγου ανεπίτρεπτα μεγεθυσμένου και οικουμενικοποιημένου. Τα όρια του Λόγου γίνονται εδώ και οι ακρώρειες της απορίας του, της οριακής του διαθεσιμότητας, της ακρόασής του απ' αυτό το Έτερο ίχνος του Habermas που τον υπερβαίνει και τον συνέχει μαζί. Ένα ξεχασμένο θεμέλιο, ένα «έξωθεν καταστατικό», ο τόπος αυτού του απόλυτα Άλλου, που εγγράφεται όμως στον εσώτατο πυρήνα του ανθρώπου ως ένας Έρως εμός, αυτός ο έρως πάντα του Άλλου.

Οι φωτογραφίες του κειμένου είναι από το Stalker του  Andrei Tarkovsky

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Το α-τόπημα της απόλαυσης

«Υπάρχει εδώ μια τρύπα, και αυτή η τρύπα ονομάζεται Άλλος».
Jacques Lacan

Το λακανικό υποκείμενο είναι ένα «λεξιακό» υποκείμενο, ένα υποκείμενο που υπό-μένει στον απορημένο τόπο των απευθύνσεών του, σ’ αυτόν δηλαδή τον τόπο του Άλλου. Ένα ομιλιακό συμβάν που συγκροτεί την αναφορική του υπόσταση στη συχνότητα αυτών των απευθύνσεων, αυτής της ψυχικής του εκπομπής. Ο Άλλος, αναγνωρίζεται στην ανάδυση αυτού του γλωσσικού διαστήματος, που συγκροτεί και τον ορίζοντα της επιθυμίας. Το υποκείμενο έτσι του ασυνειδήτου είναι ένα αναφορικό υποκείμενο, μία «υπόθεση» διέγερσης σημαινόντων. Ένα γλωσσικό περιβάλλον που εκπέμπει διαρκώς τα σινιάλα του, τις υποκείμενες θέσεις του. Η σεξουαλική σχέση οργανώνεται έτσι μέσα σ’ αυτό το καθεστώς της γλώσσας, κάτω από την δυνατή κυριαρχία των σημαινόντων της: του φύλου του άντρα και του φύλου της γυναίκας. Θα είναι μάλιστα κι αυτή η έμφυλη θέση του υποκειμένου που θα προδιαγράψει και το κύριο σημαίνον του Άλλου. Η (αδύνατη) ενότητα μαζί του θα δοκιμάζεται πάντα σ’ αυτό το πεδίο της γλώσσας. Επιθυμούμε και θα επιθυμούμε πάντα το σημαίνον άντρας ή το σημαίνον γυναίκα, θα πει ο Lacan, σημαίνοντα, που αναδύθηκαν μαζί με την ανάδυση της γλώσσας. «Ο Άλλος στη δική μου γλώσσα, δεν γίνεται παρά να είναι το Άλλο φύλλο». Ακόμη και στον Lacan του εμβληματικού εικοστού σεμιναρίου, που διαγράφεται σ’ αυτό το κείμενο εδώ, η αναφορικότητα του υποκειμένου αναγνωρίζεται στο γλωσσικό ορίζοντα της μοναχικής και επικεντρωμένης του εγγραφής πάνω στο σώμα του Άλλου. Ένα σημείο όμως που δεν μπορεί να κατακτηθεί σεξουαλικά όπως δεν μπορούσε και να ανακτηθεί γλωσσικά. Η γνώση του Άλλου θα ναι μια γνώση έτσι πέραν της συνείδησης, μια ασυνείδητη γνώση, που θα εναποθέτει στα υποκείμενά της τα αδιάβρωτα ίχνη της, στην πραγματικότητα, αυτά πάντα, τα ίχνη του Άλλου. Ο ομόκλινος Άλλος δεν βιώνεται έτσι στην πραγματικότητα της σεξουαλικής του απόλαυσης αλλά στην οδύνη της μοναδικής του ξ-ενότητας. Μια τοπική που δεν διατίθεται στη γνωστική της συνάρθρωση αλλά στην αμορφία και αφασία του Πραγματικού της μεγέθους, σ’ αυτή την συνθωματική της από-κάλυψη. Η αγάπη θα ανιχνεύεται πάντα ως μια μοναδική δωρεά σ’ αυτό το ίχνος της αμετάπειστης κι αμετανόητης εγγραφής. Τα ερωτικά υποκείμενα είναι νοήματα που εγγράφονται σ’ αυτό το αδύνατο, που εκτρέπονται στο σημείο του αφανισμού τους, στο όριο της ολικής τους εξαπάτησης. Σ’ αυτό το όριο που ο Lacan θα το εγγράψει στο μη εγγράψιμο της σεξουαλικής σχέσης. Το σημαίνον άντρας και το σημαίνον γυναίκα έρχονται με τους δικούς τους μοναδικούς και χαρακτηριστικούς όρους να εγγράψουν το αδύναμο νόημα τους στην ανεγγράψιμη και φαντασιακή ύλη του σεξουαλικού. Οι αναφορές, που υπερισσεύουν του Lacan, πάνω στη μαθηματική θεωρία των συνόλων, σ’ αυτή τη κομβική θέση των γράμματος, όπως και στην από-καλυπτική των συναθροίσεών του, μαρτυρούν τη μοναδική, αναπληρωματική θέση της γλώσσας σ’ αυτές τις υπαρκτικές ανεπάρκειες του Πραγματικού. Δεν θα υπάρξει ποτέ για τον άνθρωπο η δυνατότητα μιας προγλωσσικής απόλαυσης. Ο τόπος και ο χρόνος προ της αναδύσεως της γλώσσας θα είναι πάντα για αυτόν η μαύρη τρύπα της προϊστορίας του. Η γλώσσα θα 'ναι η θέση του, η μοναδική του θέση, που δεν θα ναι όμως ποτέ και η θέση της απόλαυσης. Η απόλαυση έτσι του Άλλου θα δοκιμάζεται πάντα στο πεδίο της αποτυχίας της, στην αντικειμενικότητα της έλλειψής της. Ο Lacan το τονίζει αυτό, φθάνει μάλιστα στο σημείο να μιλάει μ’ έναν κυριολεκτικό τρόπο για αυτό το αντικείμενο της αποτυχίας. Μια αποτυχία που οφείλεται στο ανεπίδοτο Πραγματικό του άφθαστου σώματος. Αν το αίσθημα κοινωνείται στην ταυτό-ποιητική των σημαινόντων του, το σώμα του Άλλου, «η απόλαυση του σώματος του Άλλου», υπομένει τη μοναδική και ακοινώνητη θέση της, τη μοναδική της εν-οντότητα, αυτό το Ακόμη της μη διάθεσής της. Εδραιώνεται στο αδύνατο της πρόσληψης ενός υπολειμματικού, αντιναρκισσιστικού Πραγματικού. Ένα αινιγματικό, άφυλο πεδίο, μιας και τα ίχνη του που ανιχνεύονται στις απολαυσιακές, εκλειπτικές τους οπές, είναι ίχνη απισχνημένα. Ο Lacan είναι σαφής, το ίχνος του Άλλου είναι ένα άφυλο ίχνος, η ενότητα της διάφυλης σχέσης του είναι μια αδύνατη ενότητα, αυτό το αδύνατο Ένα της σεξουαλικής ένωσης.
Ανάμεσα στην ποιητική του Έρωτα και στην πράξη του έρωτα μεσολαβεί μια δια-στροφή, που δεν είναι άλλη για τον Lacan, απ’ τη δια-στροφή του άντρα, απ’ τον ερωτισμό της φαλλικής επιθυμίας. Η φαλλική απόλαυση έρχεται όχι μόνο για να προσδιορίσει το αναφορικό της πεδίο, αυτή τη γυναικεία σεξουαλικότητα, αλλά και για να καταδείξει και το ασύμπτωτο της προοπτικής της, το αδύνατο της απόλαυσης της, της απόλαυσης του όλου της γυναίκας. Όσο ο άντρας εν-τοπίζει το σεξουαλικό του ενδιαφέρον πάνω στο σώμα της γυναίκας τόσο και εκ-τοπίζει την απόλαυση του. Την απόλαυση της έλλειψης, της τομής, που αναγνωρίζεται πάνω στο κατάγραφο σώμα του Άλλου. Το σώμα του Άλλου ως ένας τόπος έλλειψης που συνεχώς ερωτικό-ποιείται και ακριβώς στα σημεία μάλιστα της διαφυγής του, σ’ αυτές τις μαύρες οπές της απόλαυσης, όπως το στόμα, ο πρωκτός, το βλέμμα και η φωνή, που αποκαλύπτουν και τη γυμνότητα του απολαυσιακού σώματος, τη γλωσσική ενσωμάτωση όλων των δυνατών του σημαινόντων. Ο ψυχαναλυτικός λόγος αναγνωρίζει την επιθυμία σ’ αυτή τη διαρκή και ακατάπαυστη εγγραφή αυτής της σωματικής της εν-τύπωσης. Ένα «σωματικό ενδεχόμενο» που εγείρει το φαλλό στα εγγεγραμμένα του ίχνη. Ο Lacan επιμένει πάνω σ’ αυτό το ανεξάντλητο των εγγραφών, στο αδύνατο της μη εγγραφής τους. Μια ενδεχομενική, σωματική αποκάλυψη, ένα ατύχημα σ’ αυτό το συμβαντικό «καθεστώς της συνάντησης». Το σώμα του Άλλου εγγράφεται έτσι στον απολαυσιακό λόγο ως ένα σύμβολο του Πραγματικού, ως αυτό που συμβολίζει τον Άλλον, που τον εν-υποστασιοποιεί μέσα στο βλέμμα της επιθυμίας. Ένα σώμα που υποστασιώνεται στις επικεντρωμένες του εγγραφές, στις εξαιρέσεις του, μια και το σώμα του Άλλου είναι ακατάληπτο στην ολική του ενότητα. Απολαμβάνουμε πάντα τις σημαίνουσες διαφορές του, ό, τι πάντα εξέχει απ’ αυτό. Ο Lacan μπροστά σ’ αυτή την τοπολογική εκτροπή αναγνωρίζει το αποκαλυπτικό καθεστώς αυτών των τομών. Γλωσσικές, εμπειρικές ρηγματώσεις, που αναβλύζουν την επιθυμία, που εγκαταλείπουν το υποκείμενο στην υπόσχεση της έμφυλης απόλαυσης του, και μάλιστα ακριβώς σ’ αυτό το πλημμυρισμένο κενό της διάρρηξης. Η απόλαυση γίνεται έτσι μια ακυρωμένη πλήρωση, το εγκαταλελειμμένο κενό της αναμονής της, ένα Ακόμη, όχι τόσο στο χρόνο της υπόσχεσής του, όσο στον τόπο της εκτροπής του, στο υπομένων και διασαλευμένο ίχνος του Πραγματικού του. Η επιθυμία έτσι του υποκειμένου εν-τοπίζεται στη θέση τώρα ενός εκλιπόντος αντικειμένου που ενθυλακώνεται μυστικά μέσα στο σώμα του Άλλου. Αναγνωρίζουμε στον Άλλον την έλλειψη μας, το ευνουχισμένο μας σημείο, από εδώ και όλη αυτή η ερωτόληπτη μυθολογία περί του συμπληρωματικού άλλου. Αυτό το Ένα που δεν θα γίνει όμως πότε το Ένα της ενότητας μας, αλλά το Ένα της κατάδικής μας μοναξιάς. Είναι στη λακανική ονοματοδοσία αυτό το εκλιπών «αντικείμενο μικρό άλφα» που προδιαγράφει και τον τόπο της επιθυμίας μας. Ένα γλωσσικό α-τόπημα, ένα άφυλο σημαίνον, ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό, που αναδύει και τα συμπτώματα της επιθυμίας μας, συμπτώματα όλα στέρησης. Το αντικείμενο μικρό α είναι όπως χαρακτηριστικά λέει ο Lacan, «μια προσποίηση όντος», το πιο φανερό αλλά και το πιο αφανέρωτο μαζί ίχνος του Άλλου, το αληθινό, τουλάχιστον, σημείο μιας ελάχιστης έστω ευχαρίστησης, και ακριβώς εκεί στο πιο σκοτεινό σημείο του Άλλου, στο ρήγμα της ακαταληψίας του, απ’ όπου και αναδύεται η φαντασιακή του σαγήνη. Το σύμπτωμα του Άλλου θα πει ο Lacan, θα είναι και «το ίχνος της εξορίας μας», της εξορίας μας μέσα στη γλώσσα, σ’ αυτόν τον αδύνατο τόπο του Άλλου. Δεν θα ναι πια η ενστικτώδη απόλαυση των ζώων αλλά το γλωσσικό ενδεχόμενο ενός ατυχήματος που θα θεμελιώσει και τον ορίζοντα της συμβαντικής αναμονής του. Το φαλλικό σημαίνον που αναδύεται εδώ αποκαλύπτει όλο το καθεστώς της απόλαυσης. «Ο φαλλός ως ένα σύμβολο, ένα αρχαίο σύμβολο, ένα θεμελιώδες σύμβολο», όπως θα πει ο Jacques Alain Miller, ένα σύμβολο, που υποδεικνύει το Πράγμα της απολαυσιακής του συντριβής, αυτό το Πραγματικό της ίχνος. «Από τη μια», όπως λέει πάλι ο Miller, «έχουμε το φαλλικό συμβολισμό και από την άλλη την μη συμβολίσιμη απόλαυση». Ένα καθαρό, ασυνείδητο μόρφωμα, που εγείρεται, εκθέτοντας πάνω του, την από-γοήτευσή της επιθυμίας.
Στη φορά αυτής της δια-στροφής το άλλο της φαλλικής απόλαυσης είναι ένα αδύνατο Είναι, ένα Είναι που αδυνατεί να αναγνωριστεί ως μια ολότητα. «Η γυναίκα», θα πει ο Lacan, «δεν υπάρχει». Το Η της γυναίκας είναι ένα κενό σημαίνον, μια γλωσσική απορία. Μια κενότητα, όπου ο Lacan όμως θα τη διαβάσει πάνω στο καθεστώς της απόλαυσης. Η γυναίκα-η όποια αυτή-κατέχει την απόλαυση του άντρα, και σε κάποιες σκοτεινές και ανομολόγητες στιγμές και την απόλαυση τη δική της, μια απόλαυση μυστική, πάντα αυτή πέραν του φαλλού. Η γυναίκα στη λακανική ψυχανάλυση αποκαλύπτει την αδιάθετη ενότητα του Άλλου. Του «διαγραμμένου Άλλου», όπως θα πει ο Lacan. Ένα διαγραμμένο κεφαλαίο Α, (που δεν τον αναπαριστά τώρα εδώ το πληκτρολόγιο μου), ένα διαγραμμένο σημαίνον, που πάνω του, πάνω στην πλαγιοκάθετο της διαγραφής του, ανιχνεύεται και το Πραγματικό του μέγεθος, το αδιανόητο και το αδιέξοδο της τοπολογίας του. Το Πραγματικό αυτής της αδυνατότητας εν-τοπίζεται σ’ αυτή ακριβώς την τοπολογική και τυπολογική του εκτροπή. Μια τρύπα στη φαντασιακή προσποίηση της απόλαυσης, που θα καθορίσει όμως και το απολαυσιακό καθεστώς της γυναίκας. Η γυναίκα είναι αυτή που εγείρει τον Άλλον, σε αντίθεση με την εσωστρεφή κίνηση της φαλλικής απόλαυσης. Η γυναίκα απολαμβάνει το ίχνος αυτού του Άλλου, επιζητά τη κοινωνία μαζί του, τη θεωρία του, την α-λήθειά του, τις διεμφανίσεις του, τις αδιαφανείς εγγραφές του, πάνω της. Στον ορίζοντα αυτού του διαγραμμένου σημαίνοντος ο Lacan θα εντοπίσει και αναδείξει το ίχνος της ιπποτικής αγάπης. Αυτό το «αινιγματικό παράδειγμα» που αποκαλύπτει και το αδύνατο της απόλαυσης, το αδιάθετο της γυναίκας, το α-πλήρωτο ίχνος του σεξουαλικού, ένα μοναδικό και καθαρό σύμπτωμα αυτής της ακοινώνητης απόλαυσης του Άλλου σώματος.
Στην απόλαυση πρέπει να υπάρχει πάντα για τον Lacan, η γνώση του «Δεν είναι αυτό», η διάκριση δηλαδή της «λαμβανομένης» από την «αναμενόμενη» απόλαυση, το ελλειπτικό της πεδίο. Μια διάκριση που ανιχνεύεται στον τόπο της γλώσσας. Θα είναι μάλιστα αυτή «η διάσταση του λεχθέντος» που θα μαρτυρά και την κειμενική διάσταση του απολαυσιακού, την εγγεγραμμένη δομικότητά του. Η γλώσσα γίνεται έτσι το όχημα της έλξης και της έξης του Άλλου, ο μοναδικός τόπος και τρόπος της απόλαυσης του. Οι ψυχικές του εγγραφές γίνονται και οι τόποι της μυστικής του μετουσίωσης, της αδιάλειπτης ανάκλησής του. Μόνο πέραν της λέξης ο Άλλος εντοπίζεται ως ένα διαγραμμένο Α. Το σεξουαλικό θα ναι πάντα το γλωσσικό ατύχημα που θα εκτρέπει την απόλαυση στο πειρασμό της πραγμοποιημένης της εμπειρίας. «Έτσι δημιουργείται το άνοιγμα με το οποίο έρχεται ο κόσμος και μας κάνει σύντροφό του. Είναι το ομιλούν σώμα, το οποίο δεν μπορεί να πετύχει να αναπαραχθεί παρά χάρη σε μια παρεξήγηση της απόλαυσης του. Και αναπαράγεται με το να αστοχεί στην απόλαυση του – δηλαδή με το να γαμεί». Η απόλαυση, λέει απ’ την αρχή του εικοστού σεμιναρίου ο Lacan, «είναι αυτό που δεν χρησιμεύει σε τίποτε». Ένα αρνητικό απόθεμα που πάνω του δεν ανιχνεύεται «το σημείο τη αγάπης». Αυτή η ιδιόχειρη πρόταση του Lacan: «Η απόλαυση του Άλλου, του Άλλου με άλφα κεφαλαίο, του σώματος του Άλλου που τον συμβολίζει δεν είναι σημείο της αγάπης». Η απόλαυση του Άλλου δεν αναγνωρίζεται έτσι μέσα στην αμοιβαιότητα του δεσμού της αγάπης, αυτού του αισθηματικού περιβάλλοντος που μας εγείρει ο Άλλος. Η αγάπη δεν αρθρώνεται πάνω στην έμφυλη σχέση. Δεν αγαπάμε ποτέ το φύλο του Άλλου. Αγαπάμε τον Άλλον. Η αγάπη είναι ένας, άλλης τάξεως λόγος. Ο Lacan αναφέρεται μάλιστα εδώ και σ’ ένα ορθογραφικό λάθος που χε κάνει σε μια ερωτική του επιστολή προς μια γυναίκα όταν της έγραφε: «ποτέ δεν θα μάθεις πόσο μου ήσουν αγαπημένος», αντί να γράψει αγαπημένη. Δεν υποκρύπτεται εδώ μια ομοφυλόφιλη έγερση, όπως είχε επισημανθεί στον Lacan, αλλά αυτό ακριβώς το άφυλο ίχνος της αγάπης. Η αγάπη στοχεύει στο ον που διαφεύγει της γλώσσας, γι αυτό και είναι ένα σημείο που δεν μοιράζεται τις απογοητεύσεις της γλώσσας, τις ετεροτοπικές διαφυγές της. Το σημαίνον κενό της διάφυλης σχέσης «το αναπληρώνει ακριβώς η αγάπη». Αναπληρώνει αυτή τη γλωσσική του ανεπάρκεια, το παράλληλο σύμπαν που εγκαθιδρύει μέσα στον ορίζοντα του Είναι, διχάζοντας το. Η αγάπη αναγορεύεται έτσι στο σημαινόμενο των έμφυλων σημαινόντων, η παραμυθία τους, η αδύνατη υπόσχεση που τους δόθηκε στον τόπο της απόλαυσης. Και πάλι τίποτε. Το είπαμε, το προγλωσσικό δεν υφίσταται. Το Ένα των δύο δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει ποτέ. Ο Άλλος και στο διυποκειμενικό σημείο της αγάπης μοιάζει ακατάληπτος, ένα αντικατοπτρικό είδωλο μόνο, μια ναρκισσιστική καθήλωση, κι αυτό μόνο. «Στους δύο, όποιοι και αν είναι, υπάρχει πάντοτε ο Ένας και ο Άλλος, ο Ένας και το αντικείμενο α, και ο Άλλος δεν γίνεται, σε καμιά περίπτωση, να εκληφθεί ως ένα Ένα». Το υποκείμενο της «σχέσης» είναι εν τέλει το υποκείμενο της μοναξιάς, ένα ον εγκαταλελειμμένο στα γλωσσικά του ίχνη, στις αναπόφευκτες και αναπόδραστες εγγραφές του. Το σύμπαν των απευθύνσεών μας καταλήγει σ’ ένα κατάγραφο σημείο, σ’ ένα παλίμψηστο σύμπαν μοναξιάς. Η σεξουαλική σχέση και η αγάπη, θα είναι πάντοτε συνθήκες που θα δοκιμάζονται απ’ το Πραγματικό της ίδιας της αδυνατότητάς τους, από τη διαστροφή της προσήλωσής μας απέναντι στον Άλλον, ακόμη καλύτερα, πάνω στο σώμα του Άλλου, σ’ αυτό το σωματικό ναρκοπέδιο της απόλαυσης μας. Ο Άλλος γίνεται έτσι το σύμπτωμα της κατάδικής μας μοναξιάς, το ίχνος της μοναδικής μας εξορίας. Από το αδύνατο Ένα του δεσμού στο μοναδικό Ένα του «προσίδιου σώματος». Αλλά στο σημείο αυτό μόλις και διανοίγεται μια άλλη προοπτική της λακανικής σκέψης: η αλήθεια του Πολιτικού. Ο ανοίκειος Άλλος εκθέτει την κοινωνικότητα μου στις συμβαντικές του εγέρσεις, στις αναπαραστάσεις της πολιτικής του από-κάλυψης. «Η αγάπη», λέει ο Lacan, «είναι ανέφικτη, και η σεξουαλική σχέση βυθίζεται στο μη νόημα, πράγμα όμως που δεν μειώνει καθόλου το ενδιαφέρον που πρέπει να έχουμε για τον Άλλον». Υπάρχει πιο φιλάνθρωπη σκέψη;

Οι φωτογραφίες είναι του Slava Mogutin

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Στη δίνη των λέξεων

Στο τελευταίο μυθιστόρημα του Γιώργου Αριστηνού, Flash στη νύχτα, ο ήρωας του, ένας μισάνθρωπος τύπος, απογυμνωμένος εντελώς από αισθήματα, και αφοσιωμένος στις ιδεόληπτες εμμονές του, βρίσκεται εγκλωβισμένος σ’ ένα κλειστό και ημιφωτισμένο δωμάτιο, αντιμέτωπος με τη Νικόλ, μια ελληνογαλλίδα φοιτήτρια που μόλις και είχε γνωρίσει σ’ ένα μπαρ. Στην πραγματικότητα είναι αντιμέτωπος με τη νύχτα της Νικόλ, με το σκοτάδι της σαγήνης της. Μια σαγήνη που τον είλκυε αλλά ταυτόχρονα και τον αιχμαλώτιζε σ’ αυτό το μεσοδιάστημα της απόστασης που τους χώριζε και τους συνέδεε συγχρόνως. Ένα κενό που θα κατακλυστεί με τη λογόρροια του, τη μόνη ασφαλή του μέθοδο. Μια μέθοδο προσέγγισης και απομάκρυνσης. Μια πλημμυρίδα αναμνήσεων, που θα συνθέσει κι αυτό το πένθιμο σκηνικό του πάθους, το τόσο γνώριμο μέσα στο έργο του Αριστηνού. Μια άμπωτη λέξεων, και «έως την εξάντληση της γλώσσας», αναμνήσεις επί αναμνήσεων, «ένας οχετός από λέξεις…σαν να αγγέλλεται με τον πιο στεντόρειο και υπερήφανο τρόπο η σιωπή…». Μέσα απ’ αυτούς τους «αναλώσιμους στοχασμούς της νύχτας» το δωμάτιο του πόθου γίνεται το δώμα του θανάτου. Στην παγερή του ατμόσφαιρα αν κάτι θα μείνει ζωντανό θα είναι το γυμνό σώμα της Νικόλ, εκεί που πάνω του θα διαχέεται κι αυτό το αχνό φως του κόσμου. Οι αφηγήσεις του ήρωα φτάνουν στα αυτιά της ως μακάβριες ιστορίες, τρύπες και κενά που χάσκουν. «Θα πέσουμε μέσα μαζί κι αυτό είναι ότι χειρότερο μπορώ να φανταστώ», θα του πει κάποια στιγμή. Πένθιμες λέξεις, που τυλίγουν με το δυσοίωνο φως τους όλη την έκταση του δωματίου κι αυτά μαζί τα δύο σώματα, έρμαια τώρα, στη σκοτεινή του δίνη. Θα είναι μάλιστα αυτή η ακατάσχετη ροή του λόγου που θα εντάξει και τους δυο σ’ αυτό το κάδρο της αναμονής. Η Νικόλ έμενε μόνη σ’ αυτό το κάδρο, έμενε με την αναμονή της, κοίταζε μόνο «αποχαυνωμένη έναν καυλωμένο πίθηκο που ρητόρευε».
Μπροστά στο γυμνό της σώμα εκείνο που μετρούσε γι αυτόν δεν ήταν «η αρχέγονη και βάρβαρη συνουσία αλλά ο εξεζητημένος αναμηρυκασμός της φαντασίας». Σ’ αυτή ακριβώς την ήττα που θα ’ρχονταν και οι λέξεις, η μία μετά την άλλη, μια αλύσωση εξιστορήσεων, για να αναβάλλουν τον πόθο, να τον πετάξουν σ’ αυτό το ολοκαύτωμα της αναμονής. Μια διαστροφή μέσα στην οποία εκτίθονταν και οι δύο, αν και η Νικόλ, είναι αλήθεια, άθελα της. Αυτός ο εκ-τοπισμός του πόθου, από την πραγματικότητα της σαρκικής του υπόστασης, και ο εν-τοπισμός του στην «αφηγηματική» της από-κάλυψης του, είναι ο τόπος της γραφής, ο τόπος όπου εν-τοπίζεται ακέραιο το ίχνος του άλλου. Είμαστε μέσα στο καθεστώς της καθαρής επιθυμίας, μιας επιθυμίας χωρίς τον Άλλον, όπως λέει ο Λακάν. Ο αφηγητής έτσι της ιστορίας, υπακούει στον ευνουχισμό του πόθου του, μεταμορφώνεται σε ένα καυλωμένο σαρκίο, εγκαταλελειμμένο στην εκ-σωτερικότητα της κατάδικής του απόλαυσης. Σ’ αυτή τη ναρκισσιστική καθήλωση όπου η Νικόλ από αντι-κείμενο του πόθου μεταμορφώνεται σε αντι-κείμενο του φθόνου, επανευρίσκοντας στο τέλος και πάλι το αρχικό, καταγωγικό της ίχνος, το ίχνος της απόλαυσης. Η Νικόλ ως σύμπτωμα απόλαυσης θα είναι πάντα για τον άλλον και το σύμπτωμα του οριακού του εγκλεισμού. Η ακύρωση έτσι της απόλαυσης της, η υποκατάσταση της με λέξεις, είναι και το απογυμνωμένο της ίχνος στον τόπο της επιθυμίας, η τοπολογική της κατακρήμνιση, αυτό το ανεγγράψιμο ίχνος της διαφωράς της.
«Η διείσδυση και κατοχή του άλλου», είναι η βωβή επιθυμία των λέξεων, ο αφηγητής το ξέρει αυτό: «Μπορώ μήπως να κάνω ένα άλμα, να εκτοξευθώ έξω από τις γραμμές αυτές, από το κείμενο που γράφω τώρα αναπαριστώντας τις σχέσεις μας, στη μικρή αυτή σοφίτα, και ό, τι διαμείφθηκε ανάμεσα μας, με σκοπό να πάρει τη μορφή ενός βιβλίου…;» «Εγώ βγήκα απ’ τις σελίδες αυτές που γράφω, στο ξέφωτο, όμως κάτι με ρυμουλκεί στην τρύπα, όλο και γυρίζω στην αφετηρία…». Ακόμη και όταν ο αφηγητής του βιβλίου ενδίδει στην πραγματικότητα της απόλαυσης και ξεχύνεται πάνω στο γυμνό κορμί της πάλη η γραφή θα εγείρει μέσα του τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα της: «Πράγματι, σύρθηκα κοντά της επιστρατεύοντας μια γερή δόση αδρεναλίνης, πέρασε απ’ το μυαλό μου να κάνω αυτό που υπαγορεύουν σε παρόμοιες περιπτώσεις οι μεγάλοι μετρ της αφήγησης…». Αλλά και μετά τη πράξη, στο τελευταίο τσιγάρο, δίπλα στο κοιμισμένο σώμα της Νικόλ, είναι που θα αρχίσει να αναδύεται και πάλι μέσα του αυτός ο οίστρος του θανάτου. Την πτώση του απ’ το παράθυρο τώρα θα την ακυρώσει μια λέξη, ακόμη μία, που θα τον εγκαταλείψει εκ νέου στο μετεωρισμό του, στην αναστολή του Άλλου, τώρα και αυτού του ίδιου του θανάτου. Ο ήρωας του βιβλίου και αφηγητής της ιστορίας, είναι το σύμπτωμα της ίδιας της γραφής του, το ανεπίλυτο ερώτημα της, η σιωπή που ελλοχεύει μέσα στις λέξεις του. Μια απονεκρωτική γλώσσα που κρυπτογραφεί στον πυρήνα των καρκινικών της κυττάρων όλα τα αποθησαυρισμένα της σημεία. Ακόμη κι αυτό το φλογισμένο σώμα της Νικόλ, ο τόπος της πιο άμεσης απόλαυσης, γίνεται τώρα ένα υστερόγραφο της γλώσσας, ένα αρχείο, σκαναρισμένο εξαντλητικά από το φως της μοναδικής και τελικής του ανάγνωσης.
Ο συγγραφέας φροντίζει ήδη από το προλογικό του σχόλιο να υπογραμμίσει αυτό το όλον της αφήγησης. Μια ενότητα σμιλεμένη «με τα ‘εγκάθετα’, ενσφηνωμένα στον κυρίως κορμό, σχόλια, με τις διορθώσεις, τα ξέσματα και τις διαγραφές, τις σκωπτικές, αυτοαναφορικές συστροφές, μ’ όλον εκείνον τον συρφετό από θεωρητικούς σπιούνους που ελλοχεύουν και δεν σταματούν ούτε λεπτό να κρίνουν τα ‘κακώς κείμενα’». Είναι η αποκαλυπτικότητα μιας διακειμενικής γραφής που αποδίδει τη μυθοπλαστική πραγματικότητα του κειμένου όχι στις φιλολογικές-εξιμπισιονιστικές της εξάρσεις αλλά στη διαλεκτικότητά της, στον ορίζοντα των καταγωγικών της σιωπών. Είναι οι αυτοαναφορικές εμμονές μέσα στην ανεξάντλητη θάλασσα της γραφής που μεταβάλλουν τον αναγνώστη σε έναν διακειμενικό πλάνητα, σε ένα Οδυσσέα χωρίς Ιθάκη. Μια αφηγηματική ροή που δεν παραδίδεται στη banalité των ψευδοαναπαραστάσεων του Πραγματικού, σε ρεαλιστικές απεικονίσεις που αγνοούν τις έκκεντρες τροχιές των υποκειμένων τους και τις διεστραμμένες τους αποκλίσεις, αλλά στην αλήθεια των από-καλύψεων τους. «Δεν μπορεί να ’ναι τα συναισθήματα γιατί έχουν αποστραγγιστεί, δεν μπορεί να ’ναι οι ανθρώπινες σχέσεις γιατί έχουν εξορθολογιστεί, αλλά μια άλλη, με άλλα μέσα, ανασκαφή της ψυχής, πέρα από τα δράματα που υποβόσκουν και τις μεμψιμοιρίες που εκκρίνονται, που θα ανακαλύψει στα συντρίμμια ένα ανακατωμένο και αλλοπρόσαλλο υλικό, το οποίο είναι δύσκολο να τιθασευτεί και να υποταχτεί στη βούληση και που είναι απ’ τη φύση του πιστωμένο στο κακό». Η ζωή παρίσταται εδώ ως το αντι-κείμενο ενός αναγνωστικού ιλίγγου, ενός εγχειρήματος που δεν προσβλέπει τόσο στo φαντασιακό της αναπαράστασης, όσο στο Πραγματικό της κρυπτογράφησης της. Η γραφή γίνεται έτσι μια απειλητική χειρονομία. Η αναπαράσταση του ορατού «καθ’ ομοίωσιν των λέξεων έχει τελειώσει», θα πει ο Kittler. Στην απώλεια αυτής της ιδεατής ολότητας, της φαντασιακής αναπαράστασης, ένα θραυσματικό περιβάλλον ιχνών εκθέτει και την αχαρτογράφητη περιοχή του. Ο συγγραφέας ιχνηλατεί πάνω σ’ αυτό ακριβώς το διασαλευμένο τοπίο, στο Πραγματικό του εκτόπισμα. Δεν είναι οι εικόνες δήθεν του Πραγματικού που εγείρουν τη λογοτεχνική γραφή αλλά οι εκκεντρικές ιχνηλατήσεις του, οι αρνητικές του εκλάμψεις. Σ’ αυτή την επικράτεια του αρνητικού, του κακού όπως λέει ο Αριστηνός, η επιθυμία και η απόλαυση εγγράφονται μέσα στη σκιά του θανάτου, γι’ αυτό και ο ήρωας του βιβλίου ακόμη και όταν θηλυκώνει το σώμα του πάνω σ’ αυτό το γυμνό σώμα της Νικόλ θα ναι η θύμηση της νεκρής μητέρας του που θα θολώσει το νου του, αυτό το αιώνιο δούναι και λαβείν της ζωής και του θανάτου, της επιθυμίας και της διεστραμμένης της απόλαυσης. Αυτού του Άλλου που εγγράφεται πάντα ως ο Ίδιος, το σύμπτωμα μιας ανησυχαστικής, αντιφατικής, αδύναμης, εν τέλει, επιθυμίας. «Κάτι παρόμοιο θα γίνει και με σένα Νικόλ, τώρα είσαι μια πορσελάνη της Λιμόζ, un object fragile, μα θα γίνεις ράκος, λεκές της ύπαρξης, petit σκατό συρρικνωμένο, κλάσμα συρρίκνωσης, something, τίποτα, ένα κεφάλι αφυδατωμένο, πατικωμένο και σμικρυμένο όπως τα κεφάλια των ινδιάνων που βλέπει κανείς στο μουσείο του ανθρώπου, στο Παρίσι, η σάρκα σου, που κάνει το πέος μου να σφύζει, είναι προγραμμένη, θα σε φάει ο σκόρος, αγάπη μου, κι από τα χείλη σου, θα μείνει μια αποκρουστική γνάθος!».
Το εγγράμματο λογοτεχνικό ίχνος του Αριστηνού αποδίδει εδώ ένα μοναδικό έργο, όχι μόνο μέσα στο σωρό της σύγχρονης βιβλιοπαραγωγής, εκεί δεν χρειάζεται και ιδιαίτερη προσπάθεια για να ξεχωρίσει κανείς, αλλά και σ’ αυτό το σύνολο του έργου του. Μια κορύφωση που συγκεφαλαιώνει, μ’ έναν άφθαστο γλωσσικό και μυθοπλαστικό έλεγχο, όλον αυτόν τον ιδεόληπτο και θανατόφιλο ερωτισμό του. Ένα πρωτότυπο έργο που εκθέτει τις ιδιωματικές του πτυχώσεις σ’ αυτό το αστραποβόλημα του κακού, ακόμη καλύτερα, στην απόλαυση του κακού, στη μανία της ερωτικής διαστροφής και μέχρι τις ακρώρειες αυτή του θανάτου της.

Γιώργος Αριστηνός, Flash στη νύχτα, εκδόσεις Τόπος.
Η φωτογραφία είναι της Nan Goldin.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Το Πραγματικό των εγγραφών και το ανεγγράψιμο του Άλλου

Η αδύνατη κοινωνιολογία
Το ίχνος των κειμενικών εγγραφών στην επιφάνεια της πειραματικής εικόνας διανοίγει ένα πεδίο ερωτημάτων σχετικό πάντα με τον ορίζοντα των απευθύνσεών τους. Είναι τα καταγωγικά ίχνη μιας γραφής που διαφυλάσσει την αλήθεια της γυμνότητας της, τη θέση ενός ιχνογραφημένου πεδίου που προηγείται σαφώς της όποιας νοηματοδότησης του. Είναι, όπως θα λεγε ίσως ο Foucault, ερημικά ίχνη, ίχνη που διαχέουν στο άπειρο τις γλωσσικές τους καταλήξεις, τις όποιες απόπειρες μιας κάποιας υποκειμενικής στερέωσης. Καταγωγικά ίχνη, που δεν είναι τόσο φορείς κάποιου λόγου όσο το κενό αυτής της ίδιας της γλώσσας, η Πραγματική της διαύγεια. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με το καθεστώς κάποιας ακραίας γλωσσικής εσωτερίκευσης ή επιστροφής αλλά για το ακριβώς αντίθετό του. Πρόκειται για μια καθαρή γλώσσα που είναι αφιερωμένη στην εξωτερικότητα της, στην αναπαραστατική της αδιαθεσία. Μια γλωσσική εκ-δήλωση που δεν δομεί την αλήθεια του υποκειμένου της αλλά τη λήθη του, τη λήθη όλων των δυνατών του απευθύνσεων. Μια σιωπηλή υπενθύμιση ενός μηδενικού Είναι, αυτού του ίδιου του Είναι της γλώσσας, του Εγώ, και του Άλλου.
Από πού έρχονται και που πηγαίνουν αυτά τα ίχνη; Ποιος διαγράφει την πόρευση τους; Η καταγωγή τους δεν έλκεται από κάποια εγωτική συνείδηση, ούτε απ’ αυτή τη συνείδηση του άλλου. Είναι η ίδια η γυμνότητα της γραφής, οι καταγωγικές απαρχές της. Μια γραφή που δεν δοκιμάζεται από τον ίλιγγο της απουσίας του άλλου ακόμη και αυτού του Ίδιου άλλου της, αλλά είναι μια γραφή που γράφεται σχεδόν μόνη της, υπαγορευμένη από ένα έλλειμμα, το έλλειμμα ενός χεριού, μιας ζώσας, ιδιόχειρης χειρονομίας. Η αποσωματοποιημένη χειρονομία αυτών των ιχνών καθιστά τη γραφή τους μια ελλειπτική γραφή, τον τόπο της, τόπο μιας εγκαθιδρυμένης απουσίας, αυτής της ελλειπτικότητας του άλλου. Οι εικόνες της έτσι δεν θα ναι οι εικόνες του άλλου, ή οι αρνητικές έστω εικόνες της έκλειψης του, όπως στη ρομαντική, για παράδειγμα, γραφή, αλλά η μετά-τροπή των εικόνων αυτού του άλλου, η ψηφαριθμοποίηση τους. Η αναφορά εδώ στην ψηφαριθμική μέθοδο του Ν. Γ. Πεντζίκη είναι σαφής. Ο άλλος εν-τοπίζεται στις αριθμοαναπαραστατικές του αφηγήσεις και όχι στις φαντασιακές του διεγέρσεις. Η μαθηματική έτσι γλώσσα κλείνει και εδώ όλες εκείνες τις τρύπες απ’ όπου κατορθώνει να επανεισάγεται, με την πρώτη ευκαιρία, αυτή η φαντασιακή σαγήνη του αοράτου.
Η λετριστική αφήγηση, είναι έτσι μια αφήγηση κατακερματισμένη, διασαλευμένη, διαθέσιμη μόνο στα κειμενικά της σημεία, ακόμη περισσότερο στα καταγωγικά τους ίχνη. Εγκαταλελειμμένες εικόνες, κειμενικές ενθέσεις, αποκαλυπτικές σιωπές, ιδιόχειρες διαγραφήσεις, που εκθέτουν ένα αποκαλυπτικό υλικό, ασαγήνευτο, από την φαντασμαγορία του άλλου. Δεν είναι η σημασία των λέξεων εδώ, αλλά οι ίδιες οι λέξεις, η ηχητικότητά τους, το ακουστικό τους συμβάν που διατίθεται στη γυμνότητα του. Είναι το ίχνος του γράμματος, αυτό το γενέθλιο ίχνος του λετρισμού, που αποκαλύπτει την μοναδικότητα του, την υλικότητα της αποκαλυπτικής του στιγμής. Οι κειμενικές αυτές αναδύσεις δεν προσιδιάζουν στη θετικότητα μιας επικοινωνίας όσο στην παρασιτική της από-κάλυψη. Μια κειμενικότητα που ενθέτει μέσα στη κινηματογραφική εικόνα την αρνητικότητα των μυστικών της πτυχώσεων, ένα χώρο σιωπής ή θορύβου, που είναι όμως το ίδιο και το αυτό. Τις λέξεις εδώ δεν τις εγείρει πια κάποια πνοή αλλά ο θόρυβος του κόσμου, η ροή μιας κίνησης χωρίς καμιά σαφή απαρχή και κατάληξη. Δεν είναι ο ρυθμός μιας εσωτερικότητας που διαγράφει και το ρυθμό τους αλλά η διασπορά του Έξω και η σαγήνη της λήθης. Γι αυτό και οι λέξεις που αστραποβολούνε σ’ αυτή τη ροή των εικόνων είναι ίχνη εν εγρηγόρσει, αστραπές, ηλεκτρικές κενώσεις, σ’ αυτή την αιωνιότητα του σκότους. Δεν φωτίζουν με το αστραποβόλημά τους, όσο συσκοτίζουν, έτη περαιτέρω, αυτό το σκότος του άλλου.
Η σαγήνη της τεχνικότητας αυτών των εικόνων είναι και το απαύγασμα του εξαντλημένου, του τελευταίου, όπως θα λεγε ο Νίτσε, Ανθρώπου. Στο λυκόφως αυτής της μεταφυσικής του τελείωσης μια «επιφανειακή» μορφή επαναδιατυπώνει, πέραν απ’ τη «φυσικότητα» των πρότερων μεταφυσικών γλωσσών, όλον τον ορίζοντα των νοημάτων. Το γλωσσικό έτσι ίχνος, πάντοτε αυτό ακατοίκητο, όπως ελπίζω να φανεί και πιο κάτω, εγκαταλείπεται στη γλωσσική κατασκευή του, στον τόπο δηλαδή της μυστικής του αλήθειας. Δια-γράφει το υπόλειμμα ενός Πραγματικού, ως το μόνο ίχνος που εν τέλει διασώζεται απ’ αυτό τον όλεθρο της φαντασιακής κατά-γραφής. Οι λέξεις, αυτά τα υπολείμματα του λόγου, τα ξέφτια του, οι βαθιές από-γοητεύσεις του, αφηγούνται την ποιητική τώρα, της ιστορικής τους εν-τύπωσης. Κατατεθειμένα, ορατά ίχνη, ένας κειμενογραφικός κώδικας, που δεν διανοίγεται στην φαντασιακή δεξίωση του άλλου, αλλά εκθέτει μόνο την πυρηνική του γυμνότητα, την καθαρότητα της εμπειρικής του υπομονής. Οι λέξεις έτσι δεν είναι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του μεγάλου άλλου, όπως τις αντιλαμβάνονταν οι ρομαντικοί αλλά εικόνα και ομοίωση αυτού του ίδιου του εαυτού τους, σκηνές αυτές της πυρηνικής τους απορίας. Μια γυμνότητα που αποκαλύπτει την ίχνο-γραφική της διάσταση, τις ιχνογραφικές καταγωγές της γραφής, την τοπική της καθαρής και εγκαταλελειμμένης εγγραφής της. Ένα αντι-κείμενο-ποιημένο περιβάλλον που δεν εγγράφεται στον μεταφυσικό ορίζοντα του άλλου, αλλά στην κατασκευαστική φύση της αλήθειάς του, σ’ αυτή τη «μικροφυσική» των ιχνών του. Ο εντοπισμός της γραφής στην εναποτεθειμένη ιχνογραφία της, αποκλειόμενης μάλιστα και απ’ τον ορίζοντα της φαντασιακής διαφυγής της, περί-γράφει τώρα και το μόνο Πραγματικό αυτής της ύποπτης εξ αρχής υπόθεσης, το Πραγματικό των εγγεγραμμένων ιχνών. Ο Kittler μάλιστα υπενθυμίζει διαρκώς, μέσα από τεχνολογικά παραδείγματα, όπως αυτό της γραφομηχανής ή του φωνογράφου, ότι το ίχνος της τεχνολογικοποιημένης εγγραφής προηγείται σαφώς της γραφής και συνιστά πάντως το απροϋπόθετο, καταγωγικό, και αναστοχαστικό της θεμέλιο. Μια αφετηριακή, αποσωματοποιημένη χειρονομία που εγκαθιστά τη διαφωρά της, τη διαφωρά της εξ-αίρεσης του άλλου απ’ το εγγράμματο και ορατό ίχνος του. Ένας ορίζοντας ψυχικών εκπομπών που διαθέτει το μήνυμα της επικοινωνίας όχι στο φαντασιακό της ολοκλήρωσης ή διάψευσης του αλλά στην τεχνικότητα και υλικότητα των καταγωγικών του χειρονομιών. Χειρονομίες που απογοητεύουν τον ορίζοντα των φαντασιακών προσδοκιών, καθώς η τεχνοϋλοποιησιμότητα της απεύθυνσης τους ενέχει μια θέση αποφασιστικής σημασίας. Η φωτογραφική ή η κινηματογραφική εγγραφή προδιαγράφουν μια καινοφανή μετά-ανθρωπολογική συνθήκη, όπως κατέδειξε και ο Flusser. Στον κινηματογραφικό ορίζοντα για παράδειγμα, είναι αυτό το ίδιο το μέσο που καθιερώνει και την οπτική του θεώρηση. Γίνεται η αφήγηση της μοναδικής, κατασκευαστικής του αρχής, της σταδιακής του συνάρθρωσης, της επανακατανομής και επανασυγκρότησης των μερών του. Αποσπασματικές εγγραφές, που συναρθρώνονται στο λετριστικό φιλμ, σ’ έναν λόγο διαφορετικόν απ’ αυτόν που τις υπαγόρευσε αρχικά. Στο φιλμ δεν αποτυπώνεται έτσι η φαντασιακή προσδοκία του βλέμματος, η ολικοποίηση και επαναμάγευση του Πραγματικού, αλλά η απόσυρση του, ακόμη καλύτερα η εκτροπή όλων των δυνατών του προσδοκιών. Το τέλος του αθώου βλέμματος, που πάνω του η Sontag θα διαβάσει και το θάνατο της σινεφιλίας, γίνεται στην πραγματικότητα αυτό ακριβώς το ανθρωπολογικό συμβάν της μετατόπισης σ’ ένα άλλο πεδίο γλώσσας, σε μια άλλη τοπολογική εκτροπή.
Στο λετριστικό κινηματογραφικό παράδειγμα, όπως αντίστοιχα και στα λογοτεχνικά σύγχρονα του, αυτά της προσήλωσης στα σημεία της γλώσσας, αυτό που διατρανώνεται είναι η πίστη στην υλικότητα της κειμενικής ανάπτυξης. Μια πίστη που καθιστά αδύνατη τη σαγήνη του νοήματος μπροστά στο μέγεθος των Πραγματικών του ελλειμμάτων. Το καλλιτεχνικό έργο, απογυμνωμένο από την υπερβατικότητα που από αιώνες το περιέβαλλε, εγκαταλείπεται στην καταγωγικότητα των σημείων του. Πρόκειται για το Πραγματικό μιας καταστροφής, για ένα συμβάν που εκτρέπει ριζικά όλη την υπόσχεση της ειδυλλιακής μυθοπλασίας. Δεν είναι εδώ ο θυελλώδης ορίζοντας του ψυχισμού αλλά τα μετέωρα αποσπάσματα ενός σύμπαντος κόσμου που εκθέτουν τώρα την αλήθεια της μοναδικότητάς τους. Μια διασκορπισμένη σκηνή που διατίθεται στην επαναψηφιοποίηση του κατακερματισμένου της ειδώλου. Η συνείδηση μέσα σ’ αυτό το καθεστώς της απώλειας εν-τοπίζεται στον εκ-τοπισμό της από το φαντασιακό κοσμοείδωλο της ολικής της εικόνας. Αυτή η εκπραγμάτιση του Άλλου στα διασαλευμένα του σημεία είναι και η αιώνια δόξα του Πραγματικού, η ενδεχομενική-αποκαλυψιακή του διάσταση. Τα θραύσματα της υλικής πραγματικότητας αναδύουν τη δυνατότητα τώρα μιας παροντικής και παροδικής απόλαυσης. Γίνονται κυψέλες όχι μιας ολοποιητικής-φαντασιακής υπόσχεσης αλλά μιας νέας θεώρησης των αντι-κείμενων αποσπασμάτων του κόσμου μας, η γλωσσική αποκαθήλωση του νοητού και η διάρρηξη μαζί του παραπετάσματος της μεταφυσικής του από-κάλυψης. Μια ολόκληρη σειρά επιστημονικών συμβάντων, από το θεώρημα του Gödel και τις ντεριντιανές αποδομήσεις, έως τα λακανικά ψευδώνυμα και τα αρχαιολογικά αρχεία του Φουκώ, όλα μαρτυρούν αυτό το οδυνηρό αλλά και φιλάνθρωπο μαζί εγχείρημα της από-μάγευσης του κόσμου.
Η μιντιακή κατασκευή είναι στην πραγματικότητα μια από-κεκαλυμμένη κατασκευή, μια κατασκευή που δεν διαθέτει τη θέση της. Αναμεταδίδει έναν λόγο χωρίς να υπηρετεί συγχρόνως και τη λογική της κατασκευής του. Μια αδιαφάνεια που διανοίγει και τον ορίζοντα μιας από-καλυπτικής αποκρυψιμότητας. Ενός δημιουργικού που δεν διαθέτει το λογισμικό του παρά μόνο τη στιγμή της παρασιτικής του κατακρήμνισής. Το αναπόφευκτο έτσι του τεχνολογικού το εδραιώνει αυτή η ασυνείδητη αλήθειά του. Μια λανθάνουσα προοπτική που εκτρέπεται μέσω των συμπτωμικών της αποκαλύψεων προς την περιοχή της μη ορατότητας, αυτών των αδιαφανών ιχνογραφικών καταγωγών της. Στο μιντιακό σύμπαν ο αδύνατος άλλος εκπροσωπείται μόνο μέσω της θορυβώδους και παρασιτικής του αποκαλύψεως. Είναι αυτός ο λευκός θόρυβος που αχρηστεύει αλλά και εγκαθιδρύει μαζί κάθε δυνατό ορίζοντα προσδοκίας. Η αδύνατη επικοινωνία καθίσταται πλέον δυνατή χάριν αυτής της γνώσης του άλλου, της απόκοσμης θέσης του. Μια ετεροτοπική, συμβαντική συνθήκη που εγκαθίσταται ακριβώς στη καρδιά όλων των τοπολογικών εγχειρημάτων. Μια γλωσσική άρθρωση που εκτίθεται στο παράσιτο του άλλου, στο θόρυβο της αμφίσημης διεπαφής του. Ένα κενό, το κενό της ίδιας της επικοινωνίας, που εκθέτει το ίχνος του άλλου στο ανεγγράψιμο της προοπτικής του. Είναι μάλιστα ακριβώς σ’ αυτό το περιβάλλον, στο περιβάλλον της αποσωματοποιημένης επικοινωνίας που το διυποκειμενικό φαντάζει ως το απόλυτο άλλο. Η ακυρωμένη έτσι απεύθυνση διαπλάθει και το περιθώριο μιας αδύνατης γλώσσας. Μια εκστατική καθήλωση μπροστά σ’ αυτή τη παγερή σιωπή του άλλου. Αυτή η μέγιστη φιλανθρωπία της τεχνολογικοποιημένης ερήμου: η από-κάλυψη του φασματικού Είναι, αυτού του ισχνού, άμορφου, και ανώνυμου υποκείμενου που βρίσκεται εκτεθειμένο στην απουσία ακόμη και αυτού του ίδιου του Είναι του.

Το παραπάνω κείμενο ήταν εισήγηση σ’ ένα τραπέζι για τον λετρισμό, που επιμελήθηκε η Χριστίνα Σγουρομύτη, στα πλαίσια της έκθεσης Words, Words, Words, Αθήνα, 21/1/12.

Τα έργα εδώ είναι των: Tamarin Norwood, Χριστίνας Σγουρομύτη και Isidore Isou.


Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Συμβάντα της αλήθειας

Στο κλείσιμο της διδασκαλικής του καριέρας ο George Steiner δίνει μια σειρά διαλέξεων στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, πάνω στο θέμα της διδασκαλίας. Αυτού του διαλεκτικού συμβάντος, που διανοίγει σύμφωνα με τον Alain Badiou και ένα από τα ισχυρότερα πεδία της Αλήθειας. Δεν υπάρχουν πολλά. Στον ορίζοντα αυτού του συμβάντος μια ολόκληρη σειρά ερωτημάτων αναδύεται: Τι μεταδίδεται στη διδασκαλία; τι είναι το ήδη παραδιδόμενο; η εναποτιθέμενη γνώση; το ίχνος που εκφέρεται εκ νέου σε μια καινή γλώσσα, σε μια άλλη προοπτική ζωής;
Η διδασκαλία αποκαλύπτεται σ’ αυτές τις διαλέξεις ως ένα σχεσιακό περιβάλλον, όχι πάντοτε ισότιμο είναι η αλήθεια, που διευρύνει όμως διαρκώς τις χωροχρονικές του αντοχές στη δοκιμασία του γνωστικού του πεδίου. Είναι μάλιστα τρεις κυρίαρχες αισθητικές διδασκαλίας που ο Steiner θα διακρίνει σ’ αυτά τα μαθήματα του. Η πρώτη, που θα την ονομάσει μάλιστα και «γνήσια διδασκαλία», και είναι αυτή που μεταδίδει τον εξ αποκαλύψεως Λόγο της. Εδώ ο δάσκαλος γίνεται «ένας απλός ταχυδρόμος», καθώς αποσύρεται διαρκώς μπροστά σ’ αυτό που κομίζει, ένα κενό δοχείο, ένας φορέας μετάδοσης μόνο. Το μυητικό περιβάλλον του Πυθαγόρα, ο εσωτερισμός του Πλωτίνου, η μυσταγωγία του Ιάμβλιχου, μαρτυρούν ένα υπερβατικό έτσι περιβάλλον όπου η μαθητεία ασκείται στα μυστικά όρια της δελφικής αποκαλύψεως, μια εμπειρία στα όρια της θεϊκής τάξεως. Στη δεύτερη κατηγορία έχουμε το πρότυπο του δασκάλου που αναγνωρίζεται στο πραξιακό του παράδειγμα. «Η υποδειγματική διδασκαλία είναι πράξη και μπορεί να είναι βουβή». Μια επί-δεικτική χειρονομία του δασκάλου που δεν είναι όμως μια εξιμπισιονιστική γνωστική πιρουέτα αλλά μια δεικτική, από-δεικτική χειρονομία ζωής. Τα μοναδικά παραδείγματα του Σωκράτη και του Ιησού αναδύονται εδώ ως αποκαλυπτικά, σημαίνοντα Είναι. Και στην τρίτη κατηγορία οι φουκωικές αναλύσεις που αποκαλύπτουν όλο το εξουσιαστικό περιβάλλον της διδασκαλίας, αυτή την ακαταμάχητη κυριαρχική της πλευρά.
Ο Steiner σ’ αυτές τις διαλέξεις του δεν αναφέρεται σε εκπαιδευτικά συστήματα αλλά σ’ αυτό το αισθηματικό περιβάλλον που εξυφαίνουν γύρω τους οι μεγάλοι δάσκαλοι, η αβυσσαλέα έλξη που ασκούν στους μαθητές τους. «Σκεφτείτε τον Αλκιβιάδη και τον Σωκράτη, την Ελοϊζα και τον Αβελάρδο, την Άρεντ και τον Χάιντεγκερ», θα πει. Ένα αισθηματοποιημένο περιβάλλον στα όρια αυτό της ερωτικής σαγήνης. Το σωκρατικό παράδειγμα είναι ιδιαιτέρως διαφωτιστικό, μαζί και αυτός ο μυστικός παρακοιμώμενος μαθητής του Ιησού.
Η διδασκαλία είναι για τον Steiner ένα πραξιακό Είναι-μέσα-στον-κόσμο σταθερά πέραν οποιασδήποτε επαγγελματικής κατοχύρωσης και προοπτικής. «Πώς να εκτιμήσουμε και να ξεπληρώσουμε τον Παρμενίδη για «το εν», τον Σωκράτη για την αρετή, τον Καντ για το συνθετικό a priori; Υπάρχει περίπτωση να κατέβουν σε απεργία οι κακοπληρωμένοι μεταφυσικοί, ή να κάνουν επίσχεση εργασίας απέναντι σ’ αυτούς που δεν έχουν να πληρώσουν το magisterium τους;» Αυτό που μεταδίδεται με τη διδασκαλία δύσκολα κοστολογείται, μια θέση που αντιβαίνει στη συνδικαλιστική και δημοσιοϋπαλληλική εξάντληση των σύγχρονων πανεπιστημιακών μας. Η κοστολογημένη διδασκαλία έρχεται, θα πει ο Steiner, με τους σοφιστές, με το πέρασμα από τη προφορικότητα στη γραφή, με τον θεσμό των σεμιναρίων και των διαλέξεων. Στον κόσμο της προφορικότητας η γνώση ήταν σύμφωνα με τον Σωκράτη μια ανάμνηση της ψυχής, μια ανάκτηση μόνο, μια εσωτερική κίνηση που μνημόνευε όχι μόνο την αναδυόμενη γνώση αλλά και αυτή την «ακεραιότητα του ανθρώπου». Η γραφή έρχεται ακριβώς στο κενό αυτής της εσωτερικής επικοινωνίας. Πολύ ωραία εδώ ο Steiner υπενθυμίζει την απουσία του Πλάτωνα στο θάνατο του Σωκράτη όπως και του Παύλου στο θάνατο του Ιησού. Και οι δύο αυτοί πρωτόκλητοι αναπληρώνουν το τραύμα αυτής της απουσίας τους με το κειμενικό, μνημονικό ίχνος που καταθέτουν του δασκάλου τους, ένα ίχνος ξένο όμως στη δική του πραγματικότητα. Ο Σωκράτης όπως και ο Ιησούς είναι για τον Derrida αυτοί που δεν έγραψαν.
Οι μεγάλοι δάσκαλοι, σ’ αυτούς άλλωστε αναφέρεται ο Steiner, είναι πάντα μόνοι και υπομένουν τη μοναδική τους θέση. «Ήμουν μες στην ψυχή μου μόνος μου με τον εαυτό μου και στον εαυτό μου μιλούσα όταν σου απαντούσα», θα πει ο Φάουστ του Πεσσόα στον μαθητή του απωθώντας τον. Σ’ αυτή την εκστατική μοναξιά ο Μάρλοου απομακρύνει τους μαθητές του μπροστά στην αποκαλυπτική του τέλους του και ο Εμπεδοκλής θα παρακαλέσει «τον κοντινότερο του μαθητή να τον αφήσει μόνο του στην άκρη του κρατήρα». Από την άλλη όμως υπάρχουν και περιπτώσεις όπου αυτό το συγκρουσιακό περιβάλλον διανοίγει κι έναν ανυπέρβλητο γνωστικό ορίζοντα. Η ιστορικών διαστάσεων διαμάχη του Έντμουντ Χούσσερλ με τον Μάρτιν Χάιντεγκερ, για παράδειγμα, και με όλη την μικροπρέπεια που τη χαρακτήριζε, απ τη πλευρά του Χάιντεγκερ τουλάχιστον, αλλά και με αυτή η πρωτογενή και δευτερογενή κειμενική παραγωγή της, τροχοδρόμησε όλη την πορεία της σύγχρονης δυτικής σκέψης. Μια εσωτερική, σχεδόν ιδιωτική συστροφή, που διαμόρφωσε έναν ολόκληρο ορίζοντα ερμηνευτικής.
Στην περίπτωση των μεγάλων δασκάλων η σκέψη αναλαμβάνει τη «σαρκικότητά» της, θα πει ο Steiner. Ολόκληρη η ύπαρξη γίνεται η ύπαρξη της ιδέας, η εγκοσμιότητά της, η γέννηση και η ωρίμανση της μέσα στον κόσμο. Η κειμενική παραγωγή αφήνει τον αντίκτυπό της στη προφορική σαγήνη των σεμιναρίων, σ’ αυτό το ναρκισσιστικό περιβάλλον όπου οι δάσκαλοι απολαμβάνουν τη λατρευτική προσήλωση των μαθητών τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ θα 'ναι πάντα ο Λακάν. Η ίδια η ζωή γίνεται έτσι η «χαρά της σκέψης», μια μυστική, σχεδόν ιδιωτική χαρά, πέρα από το θόρυβο και τις επισημότητες του κόσμου. Ο Αλαίν έτσι, θα επισημάνει ο Steiner, θα επαναλάβει το τελευταίο του σεμινάριο γιατί στην επίσημη συνεδρία του η πληθώρα και ο θόρυβος των επισήμων δημιούργησαν οικτρές συνθήκες για την πραγματοποίηση του. Η σκέψη θέλει την μυστική της ακρόαση, την απομακρυσμένη της θέση μέσα στο κόσμο για να υπάρξει. Αυτή η ταπεινή, κάποιες φορές, ύπαρξη της μεγάλης ιδέας. «Άνθρωπος θα πει ο Αλαίν δεν είναι κάποιος που ζει αλλά κάποιος που επιζεί». Μια σκέψη που στις δύσκολες μέρες μας αναλαμβάνει την αποκαλυπτική της διάσταση. Οι μοναδικοί δάσκαλοι, έλεγε ο Νίτσε, είναι και ηθικοί δάσκαλοι, διαπλάθουν, ως ζωντανά παραδείγματα οι ίδιοι, τον άνθρωπο. Η περιφρόνηση του Γκαίτε ή του Νίτσε στα Πανεπιστήμια εδράζεται για τον Steiner, στη αδυναμία αυτών των ιδρυμάτων να ανταποκριθούν σ’ αυτή τη μεγάλη, μεταμορφωτική εργασία. Το παράδειγμα έτσι των δασκάλων αναδεικνύεται μέσα στα πανεπιστημιακά περιβάλλοντα ως ένα παραβατικό παράδειγμα. Η περίπτωση του Νίτσε είναι χαρακτηριστική όπως και η αιρετική θέση που κομίζει του Ζαρατούστρα.
Η άφθαστη αναγνωστική δεινότητα του Steiner, η αισθαντικότητα της σκέψης του, το αναφορικό της εύρος, εξυφαίνουν το διδασκαλικό συμβάν μέσα από έναν ιστό υπερσυνδέσεων. Οι ποιητικές καταγωγές έτσι του Ντάντε, οι παραπομπές του Μάρλοου, οι λαβυρινθώδεις ριζώσεις του Σαίξπηρ, η maitrise του Φλωμπέρ, η φαντασματοποιία του Πεσσόα, όλα ιστορίες μαθητείας και εργαστηρίων, καταθέτουν εδώ, σ’ αυτές τις διαλέξεις, το μοναδικό τους ίχνος. Μια μοναδικότητα που γίνεται όμως αυτή η ίδια η κοινωνία της γνώσης, το αδύνατο της επικοινωνίας της που καθίσταται μ’ έναν συμβαντικό τώρα τρόπο δυνατό. Και ακριβώς μάλιστα επειδή η σχέση εδώ του Steiner με το θέμα δεν είναι καθόλου φιλολογική αλλά πρωτίστως εσωτερική, έχοντας σπαταλήσει πάνω από τη μισή ζωή του στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, μέσω αυτού του βιβλίου του αποτυπώνεται και κάτι ακόμη: το ίχνος μιας αποκαλυπτικής καθήλωσης, η συμπτωμική εγγραφή του. Ένας ζέον λόγος που πτυχώνει και αναδεύει, και μ’ έναν ασίγαστο νοσταλγικό ρυθμό, αυτή την εσωτερικευμένη, διδασκαλική του εμπειρία.

George Steiner, Τα μαθήματα των δασκάλων, Εκδόσεις Scripta

Οι φωτογραφίες από το αμφιθέατρο του ΑΠΘ είναι του εικαστικού Κώστα Χριστόπουλου, αποκαλυπτικές της σύγχρονης πανεπιστημιακής κατάστασης στην Ελλάδα. Ένα τοπίο απόλυτα ρημαγμένο από τον άμετρο κομματικοσυνδικαλισμό, αμφιθέατρα που δεν έχουν ανάγκη αυτούς τους δασκάλους του Steiner.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Για τα μουστάκια του Στάλιν

Όλα ξεκίνησαν από ένα σατυρικό ποίημα για τον Στάλιν που οι χαφιέδες των λογοτεχνικών σαλονιών εκείνης της εποχής φρόντισαν να φθάσει στα αυτιά της μυστικής αστυνομίας. Ένα παιχνίδι μόνο με λέξεις που θα στοιχίσει όμως στον ποιητή τους, τον Όσιπ Μάντελσταμ, τον θάνατο του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. «Χοντρά τα δάκτυλα του, με σκουλήκια μοιάζουν παχιά, σαν βαρίδια οι κουβέντες του ηχούν με σιγουριά. / Κατσαριδίσια τα μουστάκια του γελούν, και απ’ τις μπότες του οι λαιμοί λαμποκοπούν.» Αυτό το ελάχιστο ποιηματάκι για τον Στάλιν, γραμμένο σε απλή γλώσσα, κάτι που δεν συνήθιζε ο Μάντελσταμ, και ίσως όχι και απ’ τα καλύτερα του, ήταν μια ανοικτή στάση του ποιητή απέναντι στο καθεστώς του δικτάτορα, το δικό του ουρλιαχτό. Γράφοντας το ο Μάντελσταμ θα επιλέξει συνειδητά και το δικό του μοναδικό θάνατο. «Όσα παράπονα και αν έχουμε», έλεγε, «μόνο στη χώρα μας σέβονται την ποίηση - για χάρη της σκοτώνουν. Πουθενά αλλού πια δεν σκοτώνουν για χάρη της ποίησης…» Για δυο μουστάκια λοιπόν.
Το Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας, της χήρας του ποιητή Ναντιέζντα Μάντελσταμ, είναι το χρονικό αυτής της δίωξης, από τον Μάη του 34 έως το Δεκέμβριο του 38. Το χρονικό μιας μαρτυρίας, της μαρτυρίας αυτών των δύο ανθρώπων που δεν ήθελαν να σιγήσουν στην «εποχή του μεγάλου τρόμου». Από το εμβληματικό έτσι Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν και τις Νύχτες της Κολιμά του Βαρλάμ Σαλάμοφ, έως τα κείμενα του Βίκτορ Σερζ και του Πλατόνοφ, αλλά και μέχρι τις ακρώρειες των στίχων του Μάντελσταμ, της Αχμάτοβα, της Τσβετάγιεβα, του Μαγιακόφσκι, και τόσων άλλων, συγκροτείται μια κειμενική μαρτυρία για έναν βασανισμένο λαό που δεινοπάθησε μέσα στον εκτροχιασμό μιας ιδέας. Το Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας είναι ένα εξέχον κείμενο μέσα στη σκηνή αυτής της μαρτυρίας, ένα επικό έργο, που αποκαλύπτει με την αποσβολωτική του αμεσότητα, όλο το αρνητικό ίχνος της σοβιετικής εξουσίας, την απάνθρωπη αλλά και αφελή της πλευρά. Είναι όμως μαζί και μια πραγματικά σπάνια ιστορία αγάπης, αυτής της αφοσίωσης της Ναντιέζντα στη μορφή και το έργο του ποιητή. Ένας ισόβιος σχεδόν αγώνας επιβίωσης και προστασίας ενός ποιητικού έργου που θα χαρακτηρίσει μια ολόκληρη εποχή. Η Ναντιέζντα υπήρξε η κιβωτός αυτού του έργου, η απομνημόνευση του, γιατί η απομνημόνευση ήταν εκείνη τη δύσκολη εποχή ο αόρατος τόπος που εγγράφοταν οι στίχοι. Αυτή η μνημονική επαναφορά των στίχων στον τόπο της σιωπής, ξανά και ξανά, μέχρις αυτοί να ενσαρκωθούν στο σχήμα της μοναξιάς τους. Ζούμε σε μια προ-γουτεμβέργεια εποχή θα πει δεικτικά η Αχμάτοβα. «Δεν είχα τη δύναμη να αλλάξω τη μοίρα του Όσιπ, διέσωσα όμως ένα μέρος των χειρογράφων του, πολλά διατηρήθηκαν στη μνήμη μου, άλλα μονάχα εγώ μπορούσα να τα διασώσω» θα σημειώσει η Ναντιέζντα. Η σκληρή μαρτυρία της δεν χαρίζεται σε κανέναν, είναι το δικό της ουρλιαχτό στη σιωπή εκείνων των χρόνων. «Το δικαίωμα στα χείλη που σαλεύουν», όπως έλεγε ο Μάντελσταμ. Ένα ουρλιαχτό που κατορθώνει τελικά και αφήνει ένα ίχνος, μια ζωντανή μαρτυρία ζωής. Οι μετεγκατεστημένοι πολιτικοί κρατούμενοι, οι εκτοπισμένοι μουζίκοι, το τρένο των εξόριστων που διέσχιζε μερόνυχτα τα Ουράλια, οι λευκές νύχτες στο Τσερντίν, οι άγριες φωνές που άκουγε ο Μάντελσταμ τα βράδια, οι μυστικές του προσδοκίες στο αφιλόξενο Βορόνεζ, ο παράλληλος κόσμος των στρατοπέδων και οι πυορροούσες πληγές των κατάδικων. Και από την άλλη το ποιητικό σύμπαν που ανθίσταται: οι ακμεϊστές, οι οπαδοί του Λεφ, οι αντίπαλοι Συμβολιστές, η διεκδίκηση της ποιητικής αλήθειας στο πλαίσιο μιας νέας κατανόησης.
Η αντίθεση του Μάντελσταμ με το σταλινικό καθεστώς δεν ήταν τόσο στο ιδεολογικοπολιτικό πεδίο, όσο λόγω της προσκόλλησής του σε ένα πολιτισμικό μοντέλο που έδειχνε στα χρόνια του να υποχωρεί. Σ’ αυτό το φυσικό μοντέλο του κόσμου που αποσυρόταν μέσα στον ίλιγγο ενός αναδυόμενου τεχνικοποιημένου ορίζοντα. «Ένα φυτό που υπάρχει στον κόσμο αποτελεί ένα γεγονός, ένα συμβάν, ένα βέλος, δεν είναι μια βαρετή γενειοφόρα εξέλιξη», γράφει στο Ταξίδι στην Αρμενία. Ενώ η Ναντιέζντα αναφέρει: «Για τον Όσιπ Μάντελσταμ υπήρχαν δύο κατηγορίες φαινομένων – η θετική και η αρνητική. Στη θετική κατηγορία άνηκαν η θύελλα, ένα συμβάν, ο σχηματισμός των κρυστάλλων. Η αρνητική κατηγορία περιλάμβανε όλες τις μορφές μηχανικής κίνησης: αυτήν του ωροδείκτη, την εξέλιξη, την πρόοδο». Η ποίηση έτσι δεν ήταν για τον Μάντελσταμ ένα μέσο για μια ακόμη καλύτερη κοινωνική αποτελεσματικότητα αλλά «μια συγχώνευση του πνευματικού και του ηθικού στοιχείου». Αυτή η ιδιαίτερη σχέση του με τον κόσμο και την κουλτούρα του, ερχόταν σε αντίθεση με το αφηρημένο αλλά και μηχανιστικό ταυτόχρονα πλαίσιο που εγκαθιδρυόταν στην εποχή του. Στη βιβλιοθήκη του έτσι δεν υπήρχαν οι κλασσικοί του μαρξισμού αλλά λευκώματα για την γοτθική αρχιτεκτονική και για τη μεγάλη γαλλική ζωγραφική. Το περίφημο πια Ταξίδι στην Αρμενία, που τόσο πολεμήθηκε από την κρατική λογοκρισία, ήταν ένα ταξίδι σε μια χώρα που συνδεόταν με την μεσογειακή κουλτούρα. Η Μεσόγειος, που ήταν για τον Μάντελσταμ ο γενέθλιος τόπος του ανθρώπου, η κοσμική καταγωγή του και το ακίνητο θεμέλιο μαζί της ενότητας του. Από κει και η Συζήτηση για το Δάντη.
Μια πνευματική αναζήτηση και δημιουργία που γινόταν κυριολεκτικά εν κρυπτώ, μέσα στις χαραμάδες των τοίχων. «Οι περισσότεροι από εμάς δεν ζούσαμε μέχρι να πεθάνουμε», θα σημειώσει η Ναντιέζντα, «απλώς κρυβόμασταν, κάτι περιμέναμε και απλώς υπήρχαμε, από μέρα σε μέρα». Ο Μάντελσταμ πεθαίνει το Δεκέμβριο του 38΄ σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, ως συνήθως, υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Δυο χρόνια αργότερα, το 1940 θα έρθει ο θάνατος του Μπουλγκάκοφ και η μυστηριώδη εξαφάνιση του Πιλνιάκ. Ο Μαγιακόφσκι και η Τσβετάγιεβα προλαβαίνουν και βάζουν οι ίδιοι τέλος στη ζωή τους, μια δεκαετία περίπου πριν. Μόνη επιζήσασα, η Αχμάτοβα. Φίλη όλων.

Ναντιέζντα Μάντελσταμ, Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Νεκρά θέση

Η λέξη ποθώντας πορεύεται. Δεν εκστομείται από κανέναν. Πορεύεται. Σκοτάδι ότι προπορεύεται του πόθου. Όπου η αφή παρεκκλίνει και ομιλεί. Όχι η γλώσσα, αλλά η αφή. Ο πόθος ομιλεί. Η γλώσσα καταγράφει μόνο. Ήταν το χρώμα που ερχόταν απ’ το τοπίο του παραθύρου. Τοπίο της θάλασσας. Η μήπως όχι της θάλασσας; Σύννεφα που άφηναν τη σκιά τους με μια κίνηση αργή. Και το βλέμμα που κοιτούσε ίσια στον ορίζοντα της ρέμβης. Ορίζοντας βαθύς γκρίζος. Και όχι πάντοτε. Ύστερα η άκρη των ματιών να συναντά το σκοτάδι. Το ανεικόνιστο τοπίο. Η αδιόρατη κορυφογραμμή μιας νυχτερινής υδατογραφίας. Στα όρια του νερού φώτα που λικνίζονταν. Μπλε, κόκκινα και κίτρινα λαμπιόνια στη σειρά. Και ο ήχος του κύματος με μπλε μελάνι. Ίχνος εφήμερο στην άμμο της γραφής. Τα μάτια παρέμεναν ανοιχτά και κλειστά πάνω στο γυμνό σώμα. Φλέβα δονούμενη στους χτύπους της καρδιάς. Και έδωσε τα χείλη του και θήλασε την υγρασία. Και έκλεισε τα μάτια και ανέπνευσε. Ανέπνευσε και το γυμνό σώμα. Ένα κοκκινωπό σύννεφο περνούσε αργά και απομακρυνόταν. Πυκνό σκοτάδι ώστε το βλέμμα να μην συναντήσει τις λέξεις. Να μην αναγνωρίσουνε αυτές το ίχνος της γραφής. Αλλά αμέριμνες σ’ αυτό το σκοτάδι. Σ’ αυτό το μαύρο και άσπρο σκοτάδι. Όχι μαυρόασπρο αλλά μαύρο και άσπρο. Ένα σκοτεινιασμένο φως που λεύκαινε και στάλαζε την κενότητά του. Όπως φωτίζεται αυτό το κενό. Όπως καθηλώνεται και αποκρύπτει. Και η στιγμή του μετατρέπεται σε μια δριμύτητα φωτός. Σ’ έναν ορίζοντα παρουσίας και τετελεσμένου θανάτου. Του ζήτησε να κοιμηθεί. Να κλείσει τα μάτια. Να μην φοβηθεί το σκοτάδι. Να μην φοβάται από ’δω και πέρα το σκοτάδι. Ιδιαίτερα να μην φοβάται το σκοτάδι του ύπνου. Και ότι σ’ αυτή την σιωπή θα του μιλά διαρκώς. Θα του μιλά. Οι λέξεις άλλωστε ανήκουνε σε όλους.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Το αγκάθι της ομορφιάς


Αν η τέχνη κομίζει κάτι στον κόσμο δεν είναι παρά η σιωπή του. Μια ενοραματική εκκάλυψη της περιρρέουσας φωνής, του διασκορπισμένου νοήματος. Μια αναπαράσταση αυτού του αφανέρωτου ίχνους, ενός ίχνους που διαφεύγει, και εξαντλείται στην απορία. Γι’ αυτό και οι εικόνες της έχουν κάτι από το θάμβος του Έξω, αυτού του προαιώνιου σημαίνοντος, που εκπέμπει η σκηνή του άλλου. Μια καθαρή μορφή σαγήνης που συμβαντικοποιεί, άμα τη εμφανίσει της, όλο το περιβάλλον των εικόνων.
Στο έργο της Ελένης Λύρα αν κάτι επανέρχεται διαρκώς είναι ακριβώς αυτή η υπόσχεση, η αδύνατη υπόσχεση αυτής της άλλης σκηνής. Είναι οι πνοές μιας σιωπής, της σιωπής των αγγέλων που παριστούν και το αδύνατο κάλλος τους. Οι «Αρχάγγελοι» της Λύρα (1998), είναι ομοιώσεις που αν και αναπαρίστανται δεν εκκοσμικεύονται, μένουν, καθηλωμένοι μόνο, σ’ αυτό το κατακλυσμιαίο που τους εισάγει. Είναι μάλιστα αυτή η φωτοχυσία που θα διαβρώσει και το παραστάσιμο ίχνος τους, την υλική τους συγχώρεση, το χαρακτήρα της αποκάλυψης τους, εγκαταλείποντάς τους στη φαντασμαγορία του άλλου. Η ενσάρκωση τους γίνεται έτσι φορέας ενός απόκοσμου κάλλους, η δυνατότητα μιας καταγωγικής επιστροφής του κόσμου, σ’ αυτό που δεν είναι κόσμος αλλά εικόνα του κόσμου, η γενέθλια εικόνα της ομορφιάς. Μια ομορφιά όμως που τανίζεται στην εκστατική της απορία, στην κοσμική αδιαθεσία της. Αυτό το «αγκάθι» της ομορφιάς, σχεδόν σε όλα τα έργα της Λύρα που γίνεται εν τέλει μια αρνητική αφήγηση, μια αφήγηση θανάτου. Τα τελευταία έργα της με τα γυμνά πόδια των μικρών παιδιών μέσα στα κόκκινα σάβανα του πάθους (2008) το μαρτυρούν.
Οι άγγελοι έτσι αν και αναπαρίστανται δεν παρίστανται, μένουν δεσμώτες αυτού του κάλλους, φαντασματικές υποστάσεις, παράσιτα, σκιές. Παιχνιδίσματα ενός φθαρμένου καθρέπτη, άλλη μια σειρά έργων της Λύρα (2007), υποστάσεις που υποστασιοποιούν, αν και σε συστοιχίες, την μοναξιά τους, τον απόκοσμο χαρακτήρα τους. Έρχονται, αυτές οι υψηλές επισκέψεις, κομίζοντας αυτό που δεν κομίζεται, το αδύνατο σημαίνον, την ξενότητα του, τη μυστική σιωπή της φωνής του. Καθίστανται έτσι συμβαντικές υπάρξεις, μορφές που αντιστρέφουν τη γλώσσα, στον ορίζοντα της αδύνατης πάντα γλώσσας, αυτής της δυνατής σιωπής του άλλου.
Ένα απ’ τα ζητήματα που θέτουν οι άγγελοι και που άπτεται και της τέχνης, είναι το ζήτημα της αναπαράστασης, της εμπλοκής, για την ακρίβεια, που επιφέρουν στο χώρο των αναπαραστάσεων. «Οι άγγελοι είναι αυτό που αναγγέλλουν», θα πει ο Serres, η αναγγελία μιας φωνής που έρχεται απ’ Έξω, απ’ αυτή τη σκηνή του Έξω. Οι αναπαραστάσεις τους έτσι είναι ομοιώσεις αδύνατες, φασματικές εκλάμψεις που δεν ενδίδουν. Αναδύονται από μια συμπαντική απορία, απ’ αυτή την απορία που εποπτεύει όλη την προσδοκία του κόσμου. Η τέχνη γνωρίζει αυτή την αναμονή, τη φέρει μέσα της, φέρει την αναμονή των εικόνων της, τη διαθεσιμότητα τους στον κώδικα της σιωπής. Γίνεται το ίδιο το ρίγος αυτών των εικόνων, και η αδύνατη μαζί επίκληση του. Μια εκστατική στιγμή που υπομένει σ’ αυτή τη νύχτα του κόσμου, την τελική του αποκάλυψη, την απόσυρση του στο θάμβος του άλλου. Εκεί που αποσύρονται ακόμη και οι άγγελοι, παράσιτα αυτού του κόσμου. Γι αυτό και η Λύρα θα αποσβήσει την οπτασία των «Αρχαγγέλων» της στο ψηφιακό τους παράσιτο, στα διασκορπισμένα τους pixels. Είναι η στιγμή, ακριβώς αυτή η στιγμή, που ο αδύνατος άλλος μόλις κι επιστρέφει.

Σε αντίθεση με την παραπάνω εικονοποιία οι άγγελοι της Δέσποινας Μεϊμάρογλου δεν έλκουν την καταγωγή τους από τη σαγήνη των ουρανών αλλά από την άβυσσο των media. Δεν είναι άγγελοι του θείου πάθους αλλά άγγελοι του κακού, άγγελοι θύματα του κακού. Ενδύονται το σχήμα της βίας για να εκθέσουν τις πληγές τους, το αιμόφυρτο ίχνος τους μέσα στην ιστορία. Στο «Annunciation» (1994), ο άγγελος που κομίζει το μήνυμα και απλώνει τις φτερούγες του είναι μια σκοτεινή φιγούρα, αυτός ο άγγελος του θανάτου στο πορφυρό λυκόφως του κόσμου. Ενώ στο «Deposition» (1993), το αιμόφυρτο σώμα ενός νεκρού τρομοκράτη που διακομίζετε είναι μια σύγχρονη pieta που ψηφιοποιεί όλες τις δυνατές της ομοιώσεις. Είναι αυτή η ίδια η εικόνα που υπομένει πάνω της μια βία, τη δική της βία, πέραν της βίας που εικονίζει. Είναι η βία μιας εκ βαθέων μεταβολής που συντελείται στην ακαριαία της θέαση. Είμαστε πάντα σ’ αυτόν τον ίλιγγο του Πραγματικού.
Οι έκπτωτοι άγγελοι της Μεϊμάργλου εκθέτουν την αμφισημία του κοινωνικού τους περιεχομένου, μετεωρίζονται σ’ αυτό το μεταίχμιο μεταξύ του συμβολικού και του πραγματικού τους πεδίου, στη βιαιότητα της αναπαραστατικής τους κλίμακας. Στο «November seventh» (1993), η Βόσνια πρόσφυγας με το παιδί της αγκαλιά αναλαμβάνει το ρόλο της βρεφοκρατούσας του Leonardo. Στην αναγεννησιακή προοπτική της το χορό των δοξολογούντων αγγέλων έχει πάρει ήδη μια ομάδα ταλαίπωρων προσφύγων γυναικόπαιδων. Η ψηφιακή επεξεργασία αυτών των εικόνων είναι και το ερμηνευτικό παράδοξο που τους ενθυλακώνει η καλλιτέχνης. Μια νοηματική συστροφή που εκθέτει την εικόνα σε όλα τα δυνατά της περιεχόμενα. Αυτή είναι άλλωστε και η σιωπή των αγγέλων, η διασάλευση που επιφέρουν στον κόσμο του νοητού. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με την αισθητικοποίηση κάποιου εφήμερου πολιτικού μηνύματος αλλά με την ετερότητα ενός συμβαντικού ίχνους.
Οι πολιτικές, εθνοτικές ή φεμινιστικές αναφορές που μπορεί να εντοπίσει κανείς στο έργο της, ολοφάνερες άλλωστε, υπονομεύονται από την ψηφιακή καταγωγή τους, απ’ αυτή τη γλώσσα δηλαδή που έλκει τις εικόνες στη μοναδική της αλήθεια. Η σχέση αυτών των εικόνων με την πραγματικότητα δεν είναι καταγωγική, υπαρκτική, αλλά αναφορική μόνο. Το ψηφιακό είναι αυτό που τις συνθέτει, ο ίλιγγος των pixels. Εικόνες που εκθέτουν ένα αβάσταχτο συνθετικό ίχνος, αυτή την υβριδική τους «αυθεντικότητα» στο επέκεινα μιας συμβαντικής, σημειακής στοιχείωσης. Ένα αλλού, το αλλού ενός ψηφιοποιημένου ορίζοντα, πέραν της γραμμικότητας των ιστορικών εικόνων, που δεν μπορεί παρά να ανήκει και αυτό στους αγγέλους. Το «πάγωμα» έτσι των μιντιακών εικόνων στην υπολογιστική γραφή της Μεϊμάρογλου, το ενεργεί αυτό το αποσβολωτικό άγγιγμα της φτερούγας του αγγέλου, μια ψυχική, μνημική ανάδυση απ’ τον εγγεγραμμένο σωρό, μια αισθαντική καθήλωση που διασαλεύει ακαριαία όλον αυτόν τον ορίζοντα των νοημάτων.
Οι έκπτωτοι άγγελοι είναι άγγελοι που εξέπεσαν απ’ την ανιστορική τους θέση στο ρου της ιστορίας, συν-κινούμενοι αυτή τη φορά απ’ την τροπή των πραγμάτων. Και είναι γι αυτό που απώλεσαν και την αγγελική τους ομορφιά, ανοικτές, αιμάσσουσες πληγές τώρα, ακυρωμένες υπάρξεις, αποκομμένες από τον ουράνιο βιόκοσμο τους. Το μήνυμα τους απώλεσε τον απελευθερωτικό του χαρακτήρα, σιώπησε, όταν εισέβαλε στη στρατόσφαιρα του κόσμου. Μοιάζουν έτσι πλάνητες υπάρξεις, κατεστραμμένα πλάσματα, αποβράσματα μιας ιστορικής νομοτέλειας, ενός σκληρού και αναπόφευκτου πεπρωμένου.
Στο «Angel B» (1995), το κατακρεουργημένο πτώμα ενός μικρού παιδιού κείται ανάμεσα σε όλα τα συντρίμμια του κόσμου. «Εκεί όπου εμείς αντιλαμβανόμαστε μια σειρά από συμβάντα, εκείνος βλέπει μια καταστροφή, πού συνεχώς στοιβάζει συντρίμμια πάνω σε συντρίμμια και τα εκσφενδονίζει στα πόδια του», θα λεγε κάπως θλιμμένα ο Benjamin. Μια ύπαρξη παραδομένη στο δικό της θάνατο, στη βιαιότητα που κουβαλά μέσα του αυτό το Είναι-μέσα-στον-κόσμο. Είναι πάλιν όμως αυτό το ασυναγώνιστο Πραγματικό του ίχνους του που θα αποδώσει και την αλήθειά του, την αλήθεια μιας νέας υπόσχεσης, αδύναμης ωστόσο, αφιλόδοξης, ακυρωμένης ήδη.