Claude Levi-Strauss 1908-2009
Η αφετηριακή διαπίστωση του Zygmount Bauman στους Ρευστούς καιρούς του, είναι ότι η ρευστότητα της σύγχρονης κατάστασης δεν μπορεί να πλαισιώσει τον άνθρωπο και να διαμορφώσει το βίο του. Το αδύναμο ίχνος μιας μορφής διαλύεται μέσα στο ήδη αναδυόμενο σχήμα της επόμενης. Όλα έτσι τα γεγονότα ανακτούν την αυτοτελή, επεισοδιακή τους πλευρά χωρίς να κατορθώνουν όμως να διαγράψουν την εξελικτική τους πρόοδο. Μια δομική αδιαθεσία που εξαχνώνει τον άνθρωπο και την αδύναμη πλέον κοινωνία του, μια αδύναμη μνήμη που εκφυλίζεται διαρκώς και με αυξανόμενο ρυθμό, μια αδύναμη, εν τέλει, γνώση, που δεν συσσωρεύεται, δεν ωριμάζει, δεν αξιολογείται αλλά που διαρκώς καταναλώνει τις πληροφορίες της. Ο άνθρωπος έτσι δεν συμμορφώνεται στην εδραιωμένη του αλήθεια αλλά στην ευελιξία του, στο α-νόητο σύμπαν των «ελεύθερων επιλογών» του.
Τα γράμματα βρίσκονταν πάντα εκεί, μέσα στο γιαπωνέζικο τσίγκινο κουτάκι τους, το σφραγισμένο με βουλοκέρι, στην εντοιχισμένη ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας, κάτω από στοίβες παλαιών βιβλίων, με κιτρινισμένα φύλλα και φθαρμένες ράχες. Δεν μιλούσε γι αυτά αλλά δεν ήταν και κανένα μυστικό. Ήταν γνωστή η σχέση του με κάποια Ντόρα, πολλά χρόνια πριν τον πρώτο του γάμο. Όταν το κουτάκι ανοίχθηκε ο Φώτης είχε ήδη φύγει. Πήρα τα γράμματα στην Αθήνα, δεν μπορούσα να τα διαβάσω αμέσως, έπρεπε να περάσει λίγος χρόνος, λίγος ακόμη, τα γράμματα ήξεραν να περιμένουν. Θαύμαζα μόνο τον γραφικό τους χαρακτήρα, τη συχνότητά τους, τα γραμματόσημα της εποχής με τις βασιλικές σφραγίδες, την αποφορά τους, γράμματα όλα μιας γυναίκας, που αγαπούσε πολύ. Ύστερα ήρθαν και τα κιτρινισμένα τους φύλλα, τα αποξηραμένα πέταλα που χαν φωλιάσει στις διπλωμένες σελίδες, τα ίχνη από κραγιόν που διέγραφαν δυο χείλη, τα πολλά λόγια, λόγια που γέμιζαν σελίδες, πολλές σελίδες σε κάθε φάκελο. Δεν υπήρχαν τα λόγια του Φώτη, πως άλλωστε; Μόνο τα γράμματα της Ντόρας, που έπαιρναν τη θέση τους σ’ αυτό το κουτάκι που του χε στείλει η ίδια για να φυλάσσει την αλληλογραφία τους.
Μ’ αρέσει ο μελοδραματισμός της Ντόρας, το γράμμα της απ’ την ακρογιαλιά. Όλες οι εικόνες της έχουν κάτι από το αχνό φως αυτού του ορίζοντα, του ορίζοντα του θανάτου. Θα ναυαγήσουμε Ντόρα, ναι, όλοι, σ’ αυτά τα νερά.
Η Ντόρα ζει με το όνειρο της επιστροφής και της κοινής ζωής με το Φώτη, μ’ αυτή τη χαμένη ολότητα. Μένει ακίνητη σ’ αυτή τη θέση, εγκαταλελειμμένη σ’ αυτό το τοπίο της νοσταλγίας. Θυμάται διαρκώς τις μέρες που περνούσε μαζί του, αφήνεται στο δικό του παρελθόν, καθυστερεί στο παρόν της. Αδιαφορεί πλέον για την επιστήμη της και για τις επαγγελματικές προτάσεις που της γίνονται, αναλαμβάνει τώρα τον μόνο ρόλο που της έχει απομείνει, τον ρόλο της ερωτευμένης γυναίκας. Δεν είναι η υγρασία του θεσσαλικού κάμπου, αλλά η υγρασία του έρωτα που παραλύει το σώμα της και προσβάλλει τα ζωτικά της όργανα. Μια υγρασία που εγκαθιδρύει εν τέλει αυτό το φόβο του θανάτου, τη ίδια την ζωική της απόσυρση. Η Ντόρα ζει στη θλιβερή μονοτονία της απουσίας του. Σηκώνεται από πολύ νωρίς, σχεδόν δεν τρέφεται, στα γράμματα της δεν πληροφορούμαστε τίποτε για την καθημερινή της διατροφή παρά μόνο θυμάται τα τραπέζια με το Φώτη στην Άμφισσα, παραμελεί το ντύσιμο της, δεν συναντά ανθρώπους, ξενυχτά μόνο γράφοντας, ασθενεί. Διαμορφώνει έτσι μόνη της αυτό το πένθιμο σκηνικό του πάθους. Και πάλι οι άλλοι…
Αν «κάθε γράμμα φθάνει στο προορισμό του», ο προορισμός αυτών των γραμμάτων είναι η διεύθυνση του αποστολέα. Η Ντόρα μιλά αλλά οι λέξεις της δεν προσκρούουν πουθενά. Είναι όλη μια ακίνητη γλώσσα, μια αδύναμη χειρονομία. Τα γράμματα της Ντόρας αλλά και αυτά του Φώτη αν τα είχαμε, δεν διηγούνται την ερωτική τους ιστορία, οι ερωτικές επιστολές δεν διηγούνται τίποτε, απλώς εκτρέπονται. Είναι λόγοι που αν και προσφωνούν τον άλλον δεν απευθύνονται πουθενά, διατίθενται μόνο, στην τρέλα των στιγμών και στη μαγεία του τίποτα.
α απλώς ερεθίζεται από το πραγματικό, εγγράφει το ίχνος του πάνω της. Με μια εγγραφή μάλιστα δεύτερου βαθμού, όπως επισημαίνει ο Nietzsche: «Ένα νευρικό ερέθισμα στην αρχή μεταφερμένο σε μια εικόνα! πρώτη μεταφορά. Η εικόνα πάλι μεταμορφωμένη σε ένα φθόγγο! δεύτερη μεταφορά». Αυτό που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ως αλήθεια του πραγματικού δεν είναι παρά η λήθη του πραγματικού, «ο αινιγματικός άγνωστος Χ του πράγματος καθ εαυτόν», καθιστώντας έτσι τον άνθρωπο ως αυτόν τον «μάρτυρα της φενάκης», την πιο απατηλή συνείδηση του κόσμου. Το γλωσσικό εποικοδόμημα που αναπαριστά τον κόσμο γίνεται έτσι αυτή η ίδια η αναπαράσταση του εαυτού του, η εικονικότητα των ίδιων του των λέξεων. Ο κοσμικός ερεθισμός εγείρει στο λεκτικό πεδίο όχι το είδωλό του (εικόνα), αλλά τον γλωσσικό του αναδιπλασιασμό (φθόγγος), την γλωσσική του απόσυρση. Όσο προσεγγίζεται γλωσσικά ο κόσμος τόσο αποσύρεται στα σκοτάδια της λήθης του και από την άλλη όμως είναι αυτός ακριβώς ο κόσμος των εννοιών και της Λογικής το σταθερό και διαρκές πλαίσιο της ανθρώπινης εμπειρίας και δημιουργικότητας. Μια δημιουργικότητα που απαλύνει τελικά αυτή την άτεγκτη γεωμετρία και που τελικά τη διασώζει. Είναι ο κόσμος των δημιουργικών μεταφορών, των καλλιτεχνικών αναζητήσεων προσεγγίσεων, που εκθέτουν ένα πιο φιλάνθρωπο γνωσιολογικό περιβάλλον. Το υποκείμενο που εγκαταλείπεται στη φενάκη του κάλλους, στο πάθος της ευδαιμονικής δαπάνης είναι το μοντέλο του διαισθητικού ανθρώπου που ο Nietzsche το αντιπαραθέτει με το υποκείμενο του άτεγκτου γνωσιοκεντρισμού. «Η τέχνη είναι ανώτερη της αλήθειας», «η ύπαρξη και ο κόσμος διαιωνίζονται αιώνια μόνο ως ένα έργο τέχνης», λέει ο Nietzsche, αναγνωρίζοντας έτσι στη γλώσσα της επιστήμης αυτή την μεγαλύτερη αδυναμία. Απέναντι στην ψευδαίσθηση του ορθού λόγου διακρίνει ο φιλόσοφος την ενόραση της τέχνης, την τραγικότητα δηλαδή του απορημένου ανθρώπου. Η τέχνη είναι για τον Nietzsche μια αγαθή ψευδαίσθηση, μια πλάνη που δεν βλάπτει τον άνθρωπο, μια θεατρική μεταγραφή του κόσμου που εγκαλεί το κοσμικό νόημα στη σκηνή της τραγικής του απογύμνωσης. Δεν είναι τόσο μια γνώση όσο μια εποπτεία του κόσμου και είναι εδώ που ο φιλόσοφος θα στρέψει τη προσοχή του στην σκοτεινή σκέψη της αρχαίας Ελλάδας, στον Πυθαγόρα και τον Ηράκλειτο ειδικότερα, σ’ αυτούς τους «μοναχικούς οδοιπόρους», σ’ αυτά τα «αστέρια δίχως ατμόσφαιρα», «απίστευτα και αδιανόητα» όντα, που ζουν σ’ ένα «δικό τους ιδιαίτερο ηλιακό σύστημα», τους μύστες ενός αισθητικοποιημένου λόγου, αυτού του Λόγου της ίδιας της φιλοσοφίας, ενός Λόγου που η θέση του θα είναι πάντα πέραν της αλήθειας, πέραν της όποιας γλωσσικής ή αισθητικής συνθήκης. Έξω από κάθε γνωστική ή θεατρική φενάκη. Ένας Λόγος ανοικτός στην έλλειψη της αλήθειας, στην αναγγελία της σιωπής που δεν σιωπά, της γλώσσας που είναι πριν τη γλώσσα, αυτή ακριβώς η οδύνη του μη νοήματος.
Στις Μεταμορφώσεις της Βουβούλας Σκούρα είναι τα ίχνη των εικόνων, θεατρικές αφίσες της που ανασύρονται απ το αρχείο για την επανέκθεσή τους, που αποχωρίζονται όλα τα μέσα των απεικονίσεων τους για να τα ξανά βρουν όμως εν ετέρα μορφή. Μια νεκρανάσταση, ένα ψηφιακό come back, που εγείρει όλα τα πέπλα των φαντασμάτων, όλες εκείνες τις λεπτές επιστρώσεις που συγκροτούν το σώμα του πραγματικού, αυτό το σώμα της αφάνειας. Ανέκαθεν τα μέσα παρήγαγαν φαντάσματα. Από τις αλλεπάλληλες αφαιμάξεις της δαγεροτυπίας και τις πολλαπλές αποτυπώσεις των φωτοευαίσθητων επιφανειών έως τα συνεχή σήμερα σκαναρίσματα των ψηφιακών ψηφιοποιήσεων, είναι αυτό το σώμα του πραγματικού που υπομένει την απόλυσή του, την εικονική του διαθεσιμότητα. Η εικόνα έτσι υπάρχει και πεθαίνει συνεχώς, χάνεται και ξαναβρίσκεται, μια άμπωτη που δεν είναι άλλη από αυτή τη διάρκεια της ίδιας της ζωής. Μια εικονική οντότητα που λαμβάνει χώρα παντού και πάντοτε, σε όλα τα επίπεδα της ζωής και του θανάτου, σε όλη την έκταση της αρχαιολογίας της.
Όλα ανήκουν στις εικόνες τους, στις οπτικές ψευδαισθήσεις που εγείρουν. Εικόνες-μήτρες ενός εξωκοσμικού, υποβλητικού περιβάλλοντος, που εξαϋλώνει τον κόσμο μας. Μια εικονική συνθήκη, που προκαλεί την ψυχική μας συγκίνηση και εδραιώνει την κοινωνία της σαγήνης της. Ο κινηματογράφος και αργότερα οι τηλε-εικόνες θα αδρανήσουν κάτω απ’ τη σαγήνη τους ολόκληρο το πεδίο του πραγματικού. Ακόμη κι αυτές οι αιχμηρές του εκφάνσεις όπως το κράτος και οι πολεμικές συγκρούσεις, θα υποστούν την αναπότρεπτη αποπραγματοποίηση τους.
Από τον πρώτο ήδη παγκόσμιο πόλεμο μια νέα, διπλή επιμελητεία, αυτή των όπλων και των εικόνων, άρχισε να διαμορφώνει το πλαίσιο μιας «υπέρπολιτικής εποχής». Μια φυλή ηγετών που θα υπάκουε σε σενάρια και σκηνοθετικές οδηγίες. Τι θα ήταν ο Hitler χωρίς το βλέμμα της Riefenstahl; Η κάμερα αρχίζει να αναλαμβάνει τη θέση της και στο πεδίο της μάχης και οι πολεμικοί προβολείς να καταυγάζουν τον ζόφο των συγκρούσεων. Από τη σωματική σύγκρουση περνάμε σταδιακά στις εξ αποστάσεως εκκαθαρίσεις για να φθάσουμε σήμερα στις εικονικές συρράξεις. Η νέα παραλλαγή δεν θα’ ναι πια η απόκρυψη στα χαρακώματα αλλά η υπερέκθεση, η σκηνοθετημένη ψευτοδραστηριότητα που θα παραπλανεί τις εχθρικές κάμερες. Αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες, τεχνικοί του θεάτρου και του κινηματογράφου θα επιστρατευθούν για να στήσουν εφήμερους κόσμους, σκηνικά «οπτικής παραπληροφόρησης».Το πραγματικό που θα τροφοδοτεί το σύμπαν των εικόνων με αυτή του την αληθοφάνεια αλλά και πάλι όμως θα είναι αυτό που θα απέχει απ το κάδρο. Το πεδίο της μάχης γίνεται έτσι ένα αφηρημένο πεδίο, ένα πεδίο εξαΰλωσης της δράσης και των δρώντων σ’ αυτό.
Οι ψυχικές συγκινήσεις των εικόνων και οι συναισθηματικές τους συνδηλώσεις, συνεπαίρνουν υπνωτιστικά τις μάζες στη κατεύθυνση ενός εξωπραγματικού σύμπαντος όπου τα γεγονότα που το συνδηλώνουν δεν είναι παρά σκηνοθετικές παραγωγές.Το συνέδριο έτσι του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος στη Νυρεμβέργη το 1935 που κινηματογραφήθηκε από την Leni Riefenstahl, στην πραγματικότητα δεν έλαβε χώρα ποτέ, ήταν απλώς μια κινηματογραφική παραγωγή χωρίς κανένα πολιτικό βάρος, ένα γεγονός που ακτινοβολήθηκε από την ίδια του τη διαφάνεια, τη διαφάνεια της απόσυρσης του. Όπως επίσης και οι κυκλώπειες κατασκευές του ναζιστή αρχιτέκτονα Albert Speer δεν ήταν παρά μόνο κινηματογραφικά ντεκόρ. Από τα τέλη του 43 όλες οι μάχες τίθενται υπο την διεύθυνση των σκηνοθετών. Η σκηνή της μάχης γίνεται έτσι μια κινηματογραφική σκηνή που διαθέτει στην αδηφάγα κάμερα αξεπέραστες σεκάνς.
Αργότερα η κάμερα που θα τοποθετηθεί στα αεροπλάνα και στα οπλοπολυβόλα θα συντελέσει ακόμη περισσότερο σ’ αυτή την «αύξουσα αποπραγματοποίηση της στρατιωτικής εμπλοκής». Όλες οι εκδηλώσεις του πραγματικού αρχίζουν να εξαϋλώνονται στην οπτική καταγραφή τους. Μέσα από την τηλεσκοπική όραση της σκόπευσης κανείς δεν πια αναγνωρίζεται παρά μόνο στοχοποιείται. «Ο ανεφοδιασμός σε εικόνες έτσι θα αρχίσει να είναι εξίσου σημαντικός με τον ανεφοδιασμό σε πολεμοφόδια» θα πει ο Paul Virilio και στο «Πόλεμος και Κινηματογράφος» θα αναδείξει όλη την εξέλιξη αυτής της νέας στρατηγικής, της στρατηγικής μιας «καθολικής εποπτείας», που διαρκώς αναβαθμισμένη τεχνολογικά από κατασκοπευτικούς δορυφόρους έως ηλεκτρομαγνητικά όπλα με λέιζερ, θα εξομοιώνει το πολεμικό πεδίο, αυτό το ίδιο το πεδίο του πραγματικού, αποδίδοντάς το οριστικά στον αυτοματισμό των εικόνων του. Από τον κόσμο των αντικειμένων περνάμε στον κόσμο των ειδώλων και από τον πόλεμο των οβίδων σ’ αυτόν των οπτικών πληροφοριών. Ο πόλεμος έτσι γίνεται ένα σαγηνευτικό θέαμα, αυτό το τηλεπροϊόν του θανάτου.
Η τηλεπισκόπηση ενός πεδίου μάχης, ενός τοπίου γενικότερα, αλλάζει άρδην τις αντιλήψεις μας για τον τόπο. Το ακαριαίο είδωλο της εικόνας, μέσα στην ταχύτητα της μετάδοσής του, αποτοπικοιεί το περιβάλλον και μας εισάγει σε ένα εικονικό τοπολογικό σύμπαν. Η δράση δεν είναι πλέον πάνω στους γεωγραφικούς χώρους αλλά στη συχνότητα των εικόνων, στη διαπλανητική τους τροχιά, στη «χώρα των ονείρων». Δεν είναι απλώς μια μεταβολή των διαστάσεων, από την τοπική στη διαπλανητική κλίμακα, αλλά μια εικονική γεωστρατηγική που αποϋλοποιεί το φυσικό χωροχρόνο. Αυτή η νέα χωροχρονία, στα όρια ακριβώς της ανυπαρξίας, βιώνεται στους αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Ο αεροπορικός συναγερμός κινητοποιεί όλη την επικράτεια ενώ τα σκάφη που επιχειρούν προσφέρουν ένα αξεπέραστο θέαμα τύπου «Ήχος και Φως». Με τέτοιες αισθητικές διαθέσεις παρακολούθησε και ο Junger το βομβαρδισμό του Παρισιού και ίσως μέσα του αυτός να μην συνέβη ποτέ. Μέσα σ’ αυτή την «αισθητική της εξαφάνισης» οι φωτεινές δέσμες του πολέμου, όμοιες μ’ αυτές των κινηματογραφικών προβολών, θα διαγράφουν τον κόσμο μέσα στην ολογραφική του αποθέωση.
«Αφού ο κινηματογράφος», λέει ο Virilio, «έχει τη δυνατότητα να προκαλεί την έκπληξη, (τεχνική, ψυχολογική…), συγκαταλέγεται εκ των πραγμάτων, στη κατηγορία των όπλων». Και δεν μιλά εδώ μόνο για τα στρατιωτικά ντοκιμαντέρ ή για τις ταινίες προπαγάνδας αλλά για το ίδιο το μέσο του κινηματογράφου, ένα μέσο που σαγηνεύει, τουλάχιστον μέχρι πρότινος, τα πλήθη. Η εμφάνεια των εικόνων έφερε την διαφάνεια του τοπίου, τη διαθεσιμότητά του στην οριστική του απόσυρση. Η υλική του υπόσταση, η χωροχρονική του οντότητα, έδωσε τη θέση της στην πληροφορική του εξαΰλωση, στην ηλεκτρονική του εξάχνωση. Ανάμεσα στην «οφθαλμική πραγματικότητα» και στην οφθαλμαπάτη των αναπαραστάσεών της αιωρείται αυτό που ο Virilio ονομάζει τόσο ωραία: «η τελευταία εικόνα του κόσμου». Η τελευταία κάθε φορά εικόνα του, αυτό το κυνήγι του τέλους του, της τελικότητας του, η επιθυμία της οριστικής του εξαφάνισης. «Το τέλειο έγκλημα» του Baudrillard.
Τι συμβαίνει όταν ένας φιλόσοφος καταγράφει τα όνειρά του; Που τα εγγράφει; Πως εγγράφονται αυτά; Τι χάνουν και τι κερδίζουν απ’ αυτή την εγγραφή; Τι μοιράζονται μαζί της; Ποιο αίνιγμα; Ο Adorno από το 1934 έως το 1969 συνήθιζε να καταγράφει τα όνειρα του «μόλις ξυπνούσε». Μια ανεπεξέργαστη, εύθραυστη ύλη που την υπέβαλε σε ελάχιστες διορθώσεις, «μόνο στις πιο αισθητές, γλωσσικές ατέλειες», μη διακινδυνεύοντας έτσι την αυθεντικότητά της, μια αυθεντικότητα μετέωρη και επιφυλακτική στις διατυπώσεις, σ’ αυτές τις προδοσίες της μέρας. «Μια ονειρευόμενη απλοϊκότητα» (Benjamin), που είναι αυτή η ίδια η ανάμνηση της νύχτας, η νύχτα όλων των δυνατών αναμνήσεων. Πως όμως κοινοποιείται η νύχτα; Σε ποια γλώσσα; Αν όχι σ’ αυτή τη γλώσσα της νύχτας;
Μετωνυμικές μεταμφιέσεις που δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτός ο τρόπος της επιθυμίας, η ελευθερία του νοητού. Όπως μάλιστα απέδειξε ο Freud στην Ερμηνεία του, τα όνειρα εγγράφουν την επιθυμία στο πραγματικό μέσα από μια πράξη συμβιβασμού. Αυτή δηλαδή η «διεργασία του ονείρου» δεν είναι μια ελευθεριακή ακροβασία του ασυνείδητου, όπως πίστευαν οι Σουρεαλιστές, αλλά μια αυστηρή και ακριβής μέθοδο, ένα λεκτικό σύστημα που εγγράφει την επιθυμία στο σύμπαν των δικών του αναπαραστάσεων. Τα όνειρα για τον Freud παίζουν με τις λέξεις, με αυτή την αμφισημία των λέξεων και έτσι καλούν την εγγραφή τους, την λεκτική τους επικύρωση. Το όνειρο μάλιστα είναι αυτή η καθαρή εικόνα της γραφής, όταν ο πυρήνας του είναι αυτός που υπαγορεύει τις λέξεις και εγκαλεί την ερμηνεία τους, μια ερμηνεία που ταυτόχρονα όμως αυτό το ίδιο το όνειρο θα την αποκλείσει. Είναι αυτή η ίδια η νύχτα της γραφής, το ανερμήνευτο της γλώσσας, η ονειρική και ονειρεμένη της διάσταση. Η γλώσσα δεν είναι μόνο λόγια είναι μαζί και σιωπή και τα δυο στον ίδιο πάντοτε βαθμό. Μ’ αυτή την αστερόσκονη του ονείρου γράφονται τα ποιήματα.
Μια «Θεϊκή γλώσσα» (Benjamin), όπως αυτή που πρώτη κατονόμασε τον κόσμο. Η τέχνη έτσι γίνεται αυτό το ιδανικό κρυπτο-γράφημα που αντιπαρατίθεται στη μονοσήμαντη γνωσιολογία του τεχνικοεπιστημονικού κώδικα. Ο τόπος μιας «πρωτογενούς μεταφορικότητας» όπου η γλώσσα είναι αυτή η μιμητική υπερέκθεση του κόσμου μας. Τα ίδια τα πράγματα ανακτούν την υποκειμενικότητα τους, μια υποκειμενικότητα μάλιστα διευρυμένη που διαισθάνεται εαυτήν μέσα στον κόσμο. Μια παραμυθητική γλώσσα που ολικοποιεί την εμπειρία «μέσα στον κόσμο», όπως θα έλεγε ο Heidegger, μια «αισθητική ορθολογικότητα» που συναισθάνεται τον κόσμο σε όλη του την διευρυμένη οντολογία.